Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Δεν είναι εύκολο θέμα για εξετάσεις ο πόνος.


Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου

Πολύ συχνά ο άνθρωπος εκτός από τα «γιατί» παραπονείται πως είναι αβάστακτος και ασήκωτος ο πόνος του και πως δεν είναι ικανός να τον αντέξει. Εντούτοις αυτός ο μεγάλος πόνος τελικά αντέχεται και ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πολύ σπουδαία πράγματα, που φανερώνουν τη ποιότητα και ακεραιότητα της ζωής μας. Αν δηλαδή πιστεύουμε αληθινά -με μία πίστη δυνατή, ακράδαντη και θερμή- αν υπομένουμε κραταιά κι ελπίζουμε εγκάρδια. Η πίστη στο Κύριο ανοίγει δρόμους, εκεί που ήταν όλοι κλειστοί και αδιέξοδοι. Τότε αισθανόμαστε καλά την ατέλεια, την ανεπάρκεια, τη μικρότητα, την αδυναμία, την παροδικότητα της ζωής μας. Κατανοούμε τότε μετά του θείου και κορυφαίου αποστόλου Παύλου ότι η δύναμή μας στην ασθένεια φανερώνεται και ολοκληρώνεται. Μέσα στην ασθένεια ταλαντεύεται η επίγεια ευδαιμονία μας, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλλά τη μέλλουσα επιζητούμε.

Ο πόνος μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την εκτίναξή μας από τη στείρα μετριότητα, τη μονότονη στασιμότητα, το κουραστικό πνευματικό σημειωτόν, στη γνωριμία μας με τον πραγματικό εαυτό μας. Να γνωρίσουμε καλά τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τις αντοχές, τα όριά μας, τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός μας. Να δούμε την κρυμμένη άγνωστη διάσταση μας -ότι δεν υπάρχουμε για να τρώμε και να κοιμόμαστε-και να γίνουμε περισσότερο αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί.

Δεν είναι εύκολο θέμα πράγματι για εξετάσεις ο πόνος. Δεν εξορκίζεται με πρόχειρες συνταγές εύκολης υπομονής, αλλά με ουσιαστική, ζωντανή και θερμή σχέση με τον Λυτρωτή, Σωτήρα, Σταυροαναστηθέντα Χριστό και τις δυνατές πρεσβείες των μεγάλων αγωνιστών του πόνου· μεγαλομαρτύρων, ιερομαρτύρων, οσιομαρτύρων, παρθενομαρτύρων, νεομαρτύρων, δικαίων, οσίων, ομολογητών. Ιδιαίτερα με τις σωστικές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της στοργικής μητέρας πάντων των θλιβομένων, της ελπίδας των απελπισμένων, της χαράς των χριστιανών, που τόσο πολύ την ακούει ο Υιός της, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.



Η κάθε περίπτωση πόνου είναι προσωπική, ιδιαίτερη, σημαντική για τον ίδιο τον άνθρωπο, πρωτόγνωρη ίσως, ασύγκριτη με όποιο άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο. Είναι ο καθαρά δικός μου σταυρός, το δικό μου φορτίο, ο δυνατός πειρασμός, η ισχυρή δοκιμασία, όπου κρίνομαι, εξετάζομαι και προβιβάζομαι ή μη. Η καλύτερη παρηγοριά πάντως των πικρών αυτών ωρών είναι η διά της ταπεινής και θερμής προσευχής επικοινωνία με τον πολυεύσπλαχνο, επουράνιο πατέρα, που υπάρχει για ν’ ακούει και να προστρέχει στους πόνους των πάντοτε αγαπητών παιδιών του.

Όμως, παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως ακόμη δεν έχω απαντήσει καίρια στο ποιό ακριβώς είναι το βαθύ νόημα του πόνου στη ζωή μας. Ταπεινά φρονώ πως την καλύτερη απάντηση συνάντησα σ’ ένα μεγάλο βυζαντινό θεολόγο, σ’ ένα σπουδαίο ασκητή και μάρτυρα και μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας, Μάξιμο τον Ομολογητή, που οι ανόσιοι εικονομάχοι του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει. Λέγει περιεκτικά και χαρακτηριστικά ο άγιος: «Η παράλογη ηδονή είχε ως φυσικό αποτέλεσμα την οδύνη, το πόνο. Για ν’ απαλλαγούμε από αυτή την οδύνη χρειάζεται μία νέα οδύνη, για να φθάσουμε στην όντως ηδονή!». Παράλογη ηδονή, αδελφοί μου, είναι κάθε μορφή μικρής ή μεγάλης αμαρτίας. Η αμαρτία τελικά είναι ένας παραλογισμός. Ο άγιος Μάξιμος επίσης λέγει πως «αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων ήταν η γεύση της ηδονής, που τους μετέδωσε οδύνη». Ο πνευματικός νόμος λειτουργεί πάντοτε άψογα. Η παράνομη, παράλογη, εγωιστική ηδονή καταλήγει σε οδύνη. Η γλυκύτητα δίνει πικρότητα, σαν τα χαρούπια, τη τροφή των χοίρων, τη τροφή του άσωτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής.



Πώς θα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την οδύνη, την πικρότητα, που τον κουράζει και ταλαιπωρεί; Χρειάζεται να κοπιάσει, να πονέσει, ν’ αγωνισθεί, για να ξεπεράσει τον πόνο και να απελευθερωθεί από την οδύνη, που του πρόσφερε η γεύση της παράλογης ηδονής. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Είναι εύκολο; Θα έχει αίσια αποτελέσματα; Αξίζει ν’ αγωνίζεται και κοπιάζει κανείς; Θα πραγματοποιηθεί διά του υπομονετικού, επίμονου, επιμελούς, δοκιμασμένου καλά και παραδεδομένου, γνήσιου ασκητικού αγώνος της Εκκλησίας μας. Η υπάρχουσα οδύνη της αμαρτίας θ’ αναχωρήσει μόνο διά μιας νέας οδύνης, βίας και ασκήσεως. Όταν όμως ο άνθρωπος για διαφόρους λόγους δεν αγαπά, δεν προσλαμβάνει και δεν ενστερνίζεται το απαραίτητο, ασκητικό, μαρτυρικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε ο Πανάγαθος Θεός, που θέλει όλους να μας σώσει και να έλθουμε σε επίγνωση της αληθείας, δεν μας εγκαταλείπει, δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλά μας επισκέπτεται με ένα άλλο τρόπο για να μας βοηθήσει.

Ποιός είναι αυτός ο άλλος τρόπος; Οι διάφοροι πειρασμοί, οι πολλές δοκιμασίες, οι καθημερινές θλίψεις, οι έκτακτες ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές. Όλα αυτά παραχωρούνται, επιτρέπονται από το Θεό για την ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία μας. Με αυτές τις προϋποθέσεις και αυτή την προοπτική, αντιλαμβάνεσθε αγαπητοί μου, το βαθύ θέμα του πόνου και του νοήματός του στη ζωή μας. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ατυχία, για κακή ώρα, για δυστυχία και τραγωδία, όπως λέγεται, αλλά για επίσκεψη Θεού, ευλογία, τρόπο και οδό προς αγιασμό, σωτηρία και λύτρωση.



Η υπομονή λοιπόν στο πόνο και η προσευχητική καρτερία φέρει την επίσκεψη της θείας Χάριτος. Ο έτσι καλοδεχούμενος πόνος καθαρίζει τη ψυχή. Αποδεικνύουμε την αγάπη μας στο Χριστό, με την αγόγγυστη υπομονή στο πόνο. Ο πόνος είναι ένας σταυρός, πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα από αυτή την εκούσια σταύρωση θ’ αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας.


http://vatopaidi.wordpress.com

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ~ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ~ Η ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ (του Ιωάννη Ελ. Σιδηρά)

-->
-->



Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς                     

Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός



Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Η ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19)
 Ιωβηλαίον Τεσσαρακονταπενταετούς Αρχιερωσύνης (1972-2017).
 Το «οστράκινον σκεύος» της θείας χάριτος στη διακονία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.

   Ο ενθέου σοφίας πεπληρωμένος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συχνά διέκρινε την έννοια του «Δεσπότου» (Dominus = Δεσπότης, Κυρίαρχος) από εκείνες του «Επισκόπου» και «Πατρός», επειδή ακριβώς κάποιος δύναται ευκολότερα για τον εαυτό του να είναι και να συμπεριφέρεται ως «Δεσπότης» παρά ως «Επίσκοπος» και «Πατέρας», που είναι όντως μέγα, επώδυνο και δυσχερές πνευματικό πάλαισμα. Κι αν πάλι ο ίδιος αισθάνεται αυτάρκης ως «Δεσπότης» εν τη αυταρεσκεία και φιλαυτία του, καθίσταται έτι περισσότερο δυσχερές να αποβάλει το του «Δεσπότου φρόνημα», ήτοι τον «Δεσποτισμόν», και να γίνει «όλος καθ’ όλα Επίσκοπος και Πατήρ».

   Η λέξη ή ο όρος «Δεσπότης» δεν συνάδει προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου Θεοδωρουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την τεσσαρακονταπενταετή αρχιερατική διακονία του (1972-2017) είναι και παραμένει με όλη τη σημασία των λέξεων «Επίσκοπος» και «Πατέρας». Ίσως για ορισμένους να θεωρηθεί η γραφή τούτη ως «λόγος καθ’ υπερβολήν» – αλλά δεν είναι – επειδή όντως στο αγιοπνευματικό και γνησίως ασκητικό και όλο αγάπη και ταπείνωση πρόσωπο του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού  οι όροι «Επίσκοπος» και «Πατήρ» της του Χριστού Μητρός Αγίας Μεγάλης Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας αποκτούν σε απόλυτο βαθμό την αληθή σημασία, πληρότητα και αξία τους. Ακόμη και αν κάποιος επιθυμήσει να προσεγγίσει τον Επίσκοπο και Πατέρα Γερμανό ως Δεσπότη, θα αντιληφθεί τάχιστα ότι πίπτει τραγικά έξω στους υπολογισμούς του ευρισκόμενος ενώπιον ενός αληθούς Επισκόπου, ο οποίος λαλεί «εν σιωπή» και «φαίνει τοις πάσι φως Χριστού» εν τη αφανεία του.

   Στο πρόσωπο του Φαναριώτου αυτού Ιεράρχου επαληθεύεται περίτρανα ότι υπάρχουν πρόσωπα στον αμπελώνα του Κυρίου, στο θαυμασίως θαυμαστό γεώργιον της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα οποία μας καθηλώνουν και μόνο με το νηπτικό, απαθές και καθάριο βλέμμα τους και μας σαγηνεύουν με την φωνή τους όσο ισχνή και να είναι. Πολλώ δε μάλλον με την «μυστική σιωπή» της φυσικής παρουσίας τους τελεσιουργούν στο εσώτατο «ταμείον της ψυχής» μας την εν Χριστώ θαυμαστή αλλοίωση, η οποία είναι έγερση, αφύπνιση, σεισμός και συνειδητοποίηση της αναξιότητός μας. Όταν τα βλέμματα των συγχρόνων ανθρώπων συναντούν το βλέμμα, το ουράνιο εκείνο βλέμμα, του αγίου αυτού Αρχιερέως μιά σκέψη γεννάται αυθορμήτως σε όλους, ότι δηλαδή στο πρόσωπό του ευρίσκει την απόλυτη εφαρμογή και επαλήθευσή του, το του Ευαγγελίου: «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19).

   Ένα τέτοιο πρόσωπο μέσα στη ζάλη των πολλών εκατομμυρίων της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Άγιος Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, ο οποίος σφραγίζει με την παρουσία και σήμερα πια με την σιωπή του, ένεκα ασθενείας, την «ετέρα όψη», την μυστική και αγιοπνευματική, του Ιερού Κέντρου ως της Πρωτευθύνου Καθέδρας των Πανορθοδόξων, ήτοι του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το «εν ετέρα μορφή» πρόσωπό του είναι ωσάν να εξήλθε από κάποιο εικονοστάσιο της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και ήλθε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο της πολίτικης Ρωμηοσύνης και της Ορθοδοξίας να γίνει πυξίδα και οδοδείκτης κατά τους εσχάτους χρόνους. Σχεδόν ακατανίκητη η μορφή, η οσιακή όψη, του προσώπου του εντυπώνεται στα εσώτατα της μνήμης και της καρδίας των ανθρώπων, εάν έστω και για μία φορά είχαν και έχουν την από Θεού ευλογημένη ευκαιρία ή συγκυρία, να τον συναντήσουν και να λάβουν την ευχή του, παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, επειδή πάντοτε με ευγενικό τρόπο αρνείται να δεχθεί χειροφίλημα του προσερχομένου, λέγοντας με την γλυκεία φωνή του: «παρακαλώ… παρακαλώ» και κρύπτει το ασκητικό χέρι του μέσα στο ράσο.


   Στα στενά πολίτικα σοκάκια και στα φαναριώτικα καλντερίμια, στα πνιγμένα από κόσμο πεζοδρόμια και στις πολύβοες οδούς, στα πονεμένα κοιμητήρια των Ρωμηών και στην άγρυπνη και επισκοπούσα Μπαλουκλιώτισσα Παναγιά, στα Αγιάσματα και στον Πατριαρχικό οίκο και ναό προβάλλει η σχεδόν «αποκαλυπτική», αέρινη μορφή του μελανοφόρου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αίρει στους κατ’ άνθρωπον ασθενικούς ώμους του, εν μυστική σιωπή, μετά πολλής προσευχής και βαθείας πίστεως, το «μυστικό σώμα της Ορθοδοξίας, του φαναριώτικου ιδεώδους και της πολίτικης Ρωμιοσύνης». Ένας Αββάς των εσχάτων χρόνων, ως άλλος κοσμοκαλόγερος ή ασκητικός αναχωρητής «εν τω κόσμω», αλλ’ «ουκ εκ του κόσμου τούτου», ο μυσταγωγός αυτός της αυτοταπεινώσεως θραύει τα γήινα και ερεθίζει τις ανθρώπινες αισθήσεις του σύγχρονου κοσμικού προσκυνητού της πονεμένης και «αεί ζώσης» Παναγιοσκεπάστου Κωνσταντινουπόλεως και του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τούτο πιστοποιείται όταν ο τυχαίος προσκυνητής  ή επισκέπτης καθορά, ακούει, συνομιλεί και «βάζει μετάνοια» στον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό.

   Η ευλαβής επετειακή ταύτη ιχνηλασία στα περί του βίου του Επισκόπου Γερμανού μάς οδηγεί ογδόντα επτά έτη πίσω στην ιστορία και στο πολύφημο Μακροχώρι όπου την 17η Σεπτεμβρίου του 1930 εγεννήθη ο Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός (Αθανασιάδης) και μάλιστα ουδόλως τυχαία κατά την ημέρα της εορτής της μάρτυρος Μητρός Αγίας Σοφίας μετά των τριών μαρτύρων θυγατέρων αυτής, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης των οποίων τα ονόματα είναι δηλωτικά των θειοειδών αρετών του πολιού Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αποτελεί την «ενσαρκωμένη Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη» του εσταυρωμένου Φαναρίου και της εσταυρωμένης πολίτικης Ρωμηοσύνης.

   Φιλομαθής και μετά ζήλου ευρυμαθής εφοίτησε αρχικώς στην εκτατάξια αστική σχολή της κοινότητος Μακροχωρίου, στο Γυμνάσιο της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής και εν συνεχεία στο γυμνασιακό και λυκειακό τμήμα της εν Χάλκη Ιεράς Θεολογικής Σχολής εκ της οποίας απεφοίτησε το έτος 1954 μετά από τετραετείς επιτυχείς σπουδές. Εχειροτονήθη Πρεσβύτερος την 15η Αυγούστου 1966 και επροχειρίσθη Αρχιμανδρίτης διορισθείς μάλιστα και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων υπό του Γέροντός του, αοιδίμου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (Παπαπαϊσίου), κατά την 29η Οκτωβρίου 1966. Εξελέγη Επίσκοπος Αριανζού την 11η Ιανουαρίου 1972 και παρέμεινε ως Βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων μέχρι την 5η Φεβρουαρίου 1987, οπότε ονομάσθηκε Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως προαχθείς σε ενεργεία Μητροπολίτη την 2α Οκτωβρίου 1990. Υπό του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου (1972-1991) την 10η Ιανουαρίου 1991 ετοποθετήθη Ηγούμενος της κατά Χάλκη Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και την 21η Δεκεμβρίου 1995 ανετέθη σε αυτόν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Ιερών Μητροπόλεων.

   Η πορεία της ζωής και της λευϊτικής και αυτοθυσιαστικής διακονίας του Επισκόπου Γερμανού ως Φαναριώτου Ιεράρχου είναι τιμή και δόξα, βακτηρία και ελπίδα, τροφή και ύδωρ επιβιώσεως, σταυραναστάσιμον έλαιον για την «ακοίμητη κανδήλα» της εσταυρωμένης και «αεί ζώσης» Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Στο ασκητικό πρόσωπο και την Χριστομίμητη διακονία του Επισκόπου και Πατρός Γερμανού ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα γραφόμενα του φιλόμουσου και μουσοστεφούς Φαναριώτου Μητροπολίτου Πέργης Ευάγγελου (Γαλάνη) για τους «ευγενείς ρασοφόρους και φωτισμένους Φαναριώτες Αρχιερείς», υπό τον τίτλο: «Αθλούντες Γενειάτες», ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Οι Φαναριώτες Αρχιερείς και ο τύπος τους. Κράμα δύο παραγόντων. Του τοπικού και του εκκλησιαστικού. Του μυστικοπαθούς περιβάλλοντος και του μυσταγωγικού θεσμού τους. Της Πόλης και τους Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η νοηματική τους αναπαλαίωση από το πρώτο. Ο Φαναριωτισμός τους από τον δεύτερο. Από τους δύο, ο ιδιώνυμος τύπος τους. Ο τύπος του Φαναριώτη Αρχιερέα. Υπόσταση, ανάμεσα σε ιδιότυπη ασκητικότητα και συνείδηση του βιουμένου μυστηρίου. Ο Φαναριώτης Ιεράρχης είναι ο λάτρης του θεσμού του. Ο υπηρέτης του θαύματος που λέγεται Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έχει διακίνηση ιδεών στο νού και λειτουργικότητα στις ενέργειές του… οπός πολυχρόνιας ζύμης ξεχύνεται μπροστά στον Φαναριώτη Αρχιερέα. Χυμός γνώσεως και ευσεβείας. Μ’ αυτόν τρέφει και κατευθύνει τις ροές της διακονίας του, στην πηγή των λύσεων. Έχει ευθύνη έναντι της ευθύνης. Από την «ακρίβεια» του λόγου του μέχρι την «οικονομία» του. Έχει και έγκυψη βαθεία στο ρίγος του χώρου του. Στο λόγο του χώρου του…

 


   Οι Αρχιερείς του Φαναρίου! Συμπορεύονται με τον Πατριάρχη τους. Τρέχουν «οι δύο ομού». Και τρέμουν μαζί με τον Πατριάρχη τους. Μαζί και στην εκκίνηση και στο τέρμα. Στην τριβή πάνω στο μυστήριο της Μεγάλης Εκκλησίας. Όπου κοινωνούν και απολύονται μαζί. Από τη θεία χάρη. Και με ίδιο πάθος. Φοβούνται το Θεό. Συνομιλούν με την ιστορία. Συμβουλεύονται τη μαρτυρία των Πατέρων τους».

   Όσο κι αν οι αφ’ υψηλού κρίνοντες τα πρόσωπα και με κοσμικό φρόνημα διατυπώνουν άφρονα λόγο κατηγοριοποιώντας τους ανθρώπους ανάλογα με τις περγαμηνές και τους παπύρους που έχουν αποκτήσει ή την κάλπικη και υποκριτική «διπλωματία» που κενόδοξα και ματαιόδοξα προβάλλουν ως «αρετή και χάρισμα», εντούτοις στο γνήσιο και αληθές πρόσωπο του Επισκόπου Γερμανού παντά τα ως άνω κίβδηλα, μάταια και ψευδή καταρρίπτονται. Ο πολιός αυτός Ιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ως «η ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου», αν και φαντάζει στα όμματα των κοσμικών κριτών ως «εύθραυστον οστράκινον σκεύος» χωρίς βαρύγδουπους τίτλους και διπλώματα της «κατά κόσμον» αναγνωρίσεως, εντούτοις είναι τω όντι όντως «άθραυστον ιερώτατον δοχείον θείας χάριτος και εμπνεύσεως», στο οποίο μυστικά εμπερικλείονται τα του Παρακλήτου χαρίσματα της κατά Θεόν σοφίας και γνώσεως και της εν Χριστώ αληθείας που κονιορτοποιούν τα προσωπεία της δήθεν διπλωματικότητος και της ασόφου σοφίας του κόσμου τούτου.

   Επειδή ο ίδιος μετέχει οντολογικά (υπαρξιακά) στο «μυστήριον της ευσεβείας» εν τη Εκκλησία και μάλιστα ως ιεροφάντης και μύστης ιερώτατος στην κενωτική διακονία της σταυραναστασίμου Μεγάλης Εκκλησίας βιώνοντας το του Αποστόλου των Εθνών Παύλου: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20), και φέροντας επί των ώμων και των τιμίων χειρών αυτού και της όλης αφανούς βιοτής του «ως εν λιτανεία» τον σταυρό και την ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού, θα μπορούσε να ειπωθεί και να γραφεί ότι ο συγκεκριμένος μεγάλος εν σιωπή Ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου είναι ο του Χριστού αληθέστατος και γνησιότατος Επίσκοπος και Πατήρ, στον οποίο ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα «Τέσσερα Άλφα», ήτοι οι κατά Χριστόν αρετές της «Ανεξικακίας, Αφιλαργυρίας, Αυτοταπεινώσεως και Ανεπιτηδεύτου βιοτής». Ίσως ακούγεται παράδοξο ότι ο γράφων αποκαλεί τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό ως τον Επίσκοπο των «Τεσσάρων Άλφα», αλλ’ όμως δεν είναι αβάσιμο και ψευδές, επειδή ακριβώς η όλη περπατησιά του, η εν Χριστώ ζωή και διακονία του αποδεικνύουν περίτρανα του λόγου το αληθές και αψευδές.

   Ναι! Ο Επίσκοπος των «Τεσσάρων Άλφα», Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός ως «έμφλογο θυμιατήριον» αγάπης παρά τις κατ’ άνθρωπον πίκρες και δοκιμασίες του ουδέποτε έδωκε χώρο στα αρετοκτόνα πάθη της κακίας, του μίσους, του φθόνου, της καταλαλιάς ή της εκδικητικότητος. Παραμένει η «ενσαρκωμένη εν Χριστώ αγάπη» της πονεμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ακόμη και με την σιωπή του, το κατά τους νηπτικούς Πατέρες «απαθές βλέμμα» του λαλεί ως «εύλαλον αντίφωνον» ότι ο «Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4, 16) και ο ίδιος ως πιστός τηρητής των του Κυρίου εντολών ενσαρκώνει έργοις και λόγοις την προς «τον πλησίον αγάπη», γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κάθε κληρικό και λαϊκό, για πάντα άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνοφυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικής αναφοράς.

   Σύμφωνα με την περί ανεξικακίας και ενθέου αγάπης του Επισκόπου Γερμανού προς Χριστιανούς και Μουσουλμάνους της Πόλεως, ζώσα μαρτυρία του Κωνσταντινουπολίτη, κατοίκου σήμερα Κομοτηνής, Παναγιώτη Καρακάση, υιού του αειμνήστου Ηλία Καρακάση, στενού φίλου του Ιεράρχου, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ως αληθής άνθρωπος Θεού, Επίσκοπος και Πατέρας, έχαιρε εκ νεότητος της εκτιμήσεως, του σεβασμού και της αγάπης όχι μόνον των Χριστιανών αλλά και των Μουσουλμάνων, επειδή και οι ίδιοι βίωναν την «δι’ έργων ενεργουμένη αγάπη» του και προς αυτούς. Γι’ αυτό ο γείτονας και φίλος του Ηλία Καρακάση, μουσουλμάνος φαρμακοποιός της κοινής τους γειτονιάς, κάθε φορά που έβλεπε να διαβαίνει ο Επίσκοπος Γερμανός την γειτονιά, έλεγε και ξανάλεγε στον Ηλία: «Ηλία, αυτός ο άνθρωπος είναι αγιασμένος από τον Θεό, είναι όντως άγιος».

   Είναι πλέον παροιμιώδης η αφιλαργυρία και αφιλοχρηματία του Επισκόπου Γερμανού καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του κατά την οποία ο Χριστός και ο άνθρωπος αποτελούν το «συναμφότερον» της υπάρξεώς του και όχι ο εφήμερος πλούτος και τα φθαρτά κτιστά υλικά αγαθά. Διά τούτο και ουχί καθ’ υπερβολήν θα τον ονομάζαμε «Γερμανός ο Ανάργυρος». Καθώς μάλιστα γράφονται αυτές οι αράδες ως κατάθεση και δώρημα ψυχής, ανακαλούνται με έντονη συγκινησιακή φόρτιση στη μνήμη μας, σχεδόν αυτομάτως, τα όσα ο κ. Παναγιώτης Καρακάσης και ο Γ.Μ., κάτοικος Βόλου, ο οποίος ευρέθη κάποτε εξομολογούμενος υπό το πετραχείλι του, μάς μετέφεραν προ πολλών ετών διηγούμενοι τα της θαυμαστής αφιλοχρηματίας, της υποδειγματικής αφιλαργυρίας του Επισκόπου Γερμανού, ο οποίος σε όλη την ζωή του δεν κράτησε ποτέ χρήματα στα χέρια του και οι τσέπες του, κατά το «κοινώς λεγόμενον», ήταν «τρύπιες», επειδή πάντοτε και αδιαλείπτως προσέφερε όλα τα χρήματά του προς πάντα έχοντα ανάγκη άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνοφυλετικής καταγωγής.

   Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα μαρτυρούν τα δύο ως άνω πρόσωπα: «όταν κάποτε ο Επίσκοπος Γερμανός έπεσε θύμα κλοπής, επειδή κάποιος του είχε αφαιρέσει το πορτοφόλι στο δρόμο ή σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς με το οποίο μετεκινείτο, εκείνος αντιληφθείς αργότερα το γεγονός και με απόλυτη αταραξία και γαλήνη είπε προς τους σχολιάζοντες το συμβάν ότι δεν τον ενόχλησε η κλοπή του πορτοφολιού διότι εκείνος που το έκλεψε, θα είχε μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο, αλλά αισθανόταν λύπη, επειδή, δυστυχώς, στο πορτοφόλι του δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα και ο κλέφτης δεν θα ελάμβανε την βοήθεια που τόσο επιποθούσε». Τα πλείονα σχόλια νομίζουμε πως είναι περιττά…, αλλά εν προκειμένω προσήκει τω όντι μόνο μία φράση: «Ω της μακροθυμίας και συγχωρετικότητος…».

   Ο Επίσκοπος Γερμανός ενεδύθη το τιμημένο ράσο και ενετάχθη στον ιερό άγαμο κλήρο για να υπηρετήσει: «εξ όλης ψυχής, καρδίας και διανοίας», εξ άκρας αυτοθυσιαστικής αυταπαρνήσεως και εν Χριστώ κενωτικής αγάπης, την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και δη την εσταυρωμένη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και τον ευσεβή και φιλόχριστο λαό του Θεού, και όχι έχοντας ως αυτοσκοπό την επισκοποποίησή του, την οποία ουδέποτε επεδίωξε ή διεκδίκησε με μεθοδεύσεις ή λοιπές ανοίκειες πρακτικές, φαινόμενο θλιβερό άλλωστε στις ημέρες μας, ουχί σπάνιο ή άγνωστο…

   Με την προσευχητική σιωπή και την ως ελευθέρα επιλογή νηπτική, αφανή και άνευ κενοδόξων επιδείξεων και ματαιοδόξων τυμπανοκρουσιών δράση του στην όλη ιερατική διακονία του ήταν ο «μονίμως απαρατήρητος» ή ο μη «υπολογίσιμος» στα όμματα των ρηχών ανθρώπων, αλλά ο «ευαρεστών αδιαλείπτως Κυρίω τω Θεώ» και «αναπαύων λόγοις και έργοις τον φιλοθέον λαόν», που επιθυμούσε δικαίως την επισκοποποίησή του, η οποία ήλθε ολίγους μήνες προ της κοιμήσεως του Πατριάρχου Αθηναγόρου Α΄ (1948-1972), κατόπιν των αόκνων και ανυστάκτων προσπαθειών του Γέροντός του, αοιδίμου και αξίου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (1950-1977), του από Ίμβρου και Τενέδου, ο οποίος όταν συχνάκις εγίγνετο δέκτης της αγάπης που έτρεφε ο λαός και οι επιφανείς Πολίτες προς το πρόσωπο του τότε Αρχιμ. Γερμανού, καθώς και της επιμόνου απαιτήσεώς τους να «λάβει μίτρα», εκείνος απαντούσε με χαμόγελο: «ουκ επέστη καιρός». Όταν όμως επέτυχε την εκλογή και ανάδειξή του στο Επισκοπικό αξίωμα, παρά το γεγονός ότι ο αοίδιμος και αυστηρός Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν φειδωλός στις επισκοποποιήσεις αλλά και πολλοί αρχιερείς ίσως δεν επίστευαν ότι θα μπορούσε ο «αφανής Γερμανός» να εκλεγεί Αρχιερεύς, εκείνος ο σοφός Μητροπολίτης Δέρκων εδήλωσε περιχαρής και συγκινημένος προς τους φίλους του τότε Πρωτοσυγκέλλου Γερμανού, ότι: «νυν επέστη καιρός».

   Ως Επίσκοπος Αριανζού ο Γερμανός δεν παρεφρόνησε λόγω του ύψους του Αρχιερατικού αξιώματος ούτε και μετήλλαξε το ύφος και το ήθος, τον λόγο, την εν τω κόσμω περπατησιά και την νηπτική βιοτή του, αλλά έτι περισσότερο επεπόθησε την αυτοταπείνωση και το ανεπιτήδευτο στην όλη βιοτή και πολιτεία του. Υποδειγματικός στα αρχιερατικά και πνευματικά καθήκοντά του εν τη Εκκλησία και υπέρ του λαού του Θεού, ανήλθε την ασκητική κλίμακα γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κληρικούς και λαϊκούς. Η δε φήμη του για την οποία ουδέποτε εργάσθηκε, επειδή ακριβώς ηνάλωσε την όλη ύπαρξή του για την δόξα του ονόματος του Θεού, της Μητρός Εκκλησίας και την ωφέλεια των ανθρώπων, ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινουπόλεως και κατέστη γνωστή τοις πάσι, «τοις εγγύς και τοις μακράν».


   Ουδέποτε απέκτησε πλούτο, αυτοκίνητο, πολυτελή οικήματα, βαρύτιμες στολές, εγκόλπια και τόσα άλλα που είναι ο έρως ενίων, αλλά με τα ολίγα επορεύθη και με σεμνότητα, εγκράτεια, αυτάρκεια και λιτή ζωή επεβίωσε. Έδινε και δεν λάμβανε. Προσέφερε και δεν ζητούσε, ούτε κατά διάνοιαν απαιτούσε ή διεκδικούσε ουδέν. Εφρόντιζε με αγάπη και στοργή την μητέρα του μέχρι της κοιμήσεώς της και ο πιστότερος φίλος του ήταν οι ιερές ακολουθίες και η εν γένει μυστηριακή και λειτουργική – λατρευτική ζωή της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, η μελέτη των Αγίων Γραφών και της Πατερικής και ασκητικο-νηπτικής θεολογίας, η προσευχή και η νηστεία. Πόσες και πόσες ψυχές ως εξομολόγος δεν οδήγησε «εις νομάς σωτηρίους» με τον λόγο, την σιωπή του, τις κινήσεις και την ευγένειά του, το χαμόγελο και το βλέμμα του, την ασκητική βιοτή και την ταπείνωσή του, εν άλλαις λέξεσι, με το οσιακό παράδειγμά του.

   Ακόμη ενθυμούμαι ωσάν να ήταν χθες τα όσα συγκινημένος μου διηγήθηκε προ πολλών ετών ο Γ.Μ. από τον Βόλο, όταν ευρέθη στην Ιερά Μονή της Μπαλουκλιώτισσας Παναγίας για να βρει, όπως του είχαν πει οι εξ Ελλάδος κληρικοί, τον «Άγιο Δεσπότη» , τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό και να εξομολογηθεί. Ήταν σαράντα ετών άντρας και ουδέποτε είχε βρεθεί κάτω από πετραχείλι. Τον έπνιγαν οι λογισμοί και ο αόρατος πόλεμος του αντιδίκου ήταν κραταιός. Εφοβείτο και εδίσταζε να εξομολογηθεί και μάλιστα σε Φαναριώτη Αρχιερέα. Όταν όμως το βλέμμα του αντίκρισε το πρόσωπο και κυρίως τα μάτια του Επισκόπου Γερμανού και στην κίνησή του να φιλήσει το χέρι του, άκουσε εκείνη την αγγελομίμητη ισχνή φωνή: «παρακαλώ… παρακαλώ…», καθώς ο Γέρων Επίσκοπος έκρυπτε το ασκητικό αγιασμένο χέρι του μέσα στο ράσο, ποταμοί και ωκεανοί δακρύων επλημμύρισαν τα μάτια του και με λυγμούς έκλινε τον αυχένα και εξομολογήθηκε. Διελύθησαν πάραυτα και οι φόβοι και οι δισταγμοί και οι ποικίλοι λογισμοί. Εκεί που υπήρχε σκότος, ήλθε φως. Εκεί που η ασφυξία κυριαρχούσε μέσα του και τον κατέπνιγε, εφύσηξε αέρας δροσερός, πνοή ζώσα. Εκεί που το πυρ της συνειδήσεως κατέκαιε τα πάντα, εδόθη η ζωογόνος δρόσος και τα δάκρυα ως ουράνιος λουτήρ και λουτρόν παλιγγενεσίας μετεμόρφωσαν τον χοϊκό άνθρωπο. Μία φράση ως ιερά παρακαταθήκη φυλάττει ο Γ.Μ. από τα χείλη του Επισκόπου Γερμανού: «Κανείς άλλος δεν σε αγαπά, όπως και όσο ο Χριστός. Μη το λησμονείς ποτέ». Και μετά σιωπή… ο παράκλητος έπνευσε. Στο καθαγιασμένο λοιπόν πρόσωπο του αφανεστάτου αυτού Φαναριώτου Αρχιερέως φαίνεται πως εκπληρούται ο λόγος του Αποστόλου των εθνών Παύλου: «τοιούτος γαρ ημίν έπρεπεν αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος…» (Εβρ. 7, 26).


   Εσπέρας Μεγάλης Πέμπτης στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου και μετά την ανάγνωση του Α΄ Ευαγγελίου από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, οι Αρχιερείς του Θρόνου, κατά την τάξη της Μεγάλης Εκκλησίας, με Ωμόφορο και Πετραχείλι, αναγιγνώσκουν από την Ωραία Πύλη, κατά σειρά έκαστος και από ένα εκ των Δώδεκα Ιερών Ευαγγελίων. Έρχεται και η σειρά του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού για την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου, η οποία δεν είναι μία απλή ανάγνωση, αλλά μία μυσταγωγία καθώς η «ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου» μυσταγωγεί τα του Κυρίου σεπτά Πάθη και την «άκρα ταπείνωση» της μακροθυμίας Του. Αυτά δεν γράφονται, αλλά μόνο βιώνονται έως μυελού οστέων. Βιώνονται εν σιωπή… απολύτω σιωπή… και εν νηπτική κατανύξει…

   Ο Επίσκοπος Γερμανός ως Αρχιερεύς της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας από το 1972 και μέχρι σήμερα εστάθη αληθής και γνήσιος, υποδειγματικός και άξιος συγκυρηναίος ενώπιον τριών Οικουμενικών Πατριαρχών, ήτοι των Αθηναγόρου, Δημητρίου και Βαρθολομαίου του πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως τιμώντος τον πολιό Φαναριώτη Ιεράρχη. Τοιουτοτρόπως ανεδείχθη σε «τύπο και υπογραμμό Φαναριώτου Ιεράρχου», στο πρόσωπο του οποίου ευρίσκει εφαρμογή η μνημονευομένη υπό του αοιδίμου σοφού Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου (1914-1986) ρήση του μάκαρος Οικουμενικού Πατριάρχου Βενιαμίν Α΄ (1936-1946), ο οποίος συνήθιζε να λέγει για τους Φαναριώτες Ιεράρχες: «Είναι ο όρκος μας για την συνέπεια και την συνέχεια».

   Στην χορεία αυτή των του Φαναρίου Ιεραρχών, εν οις και ο Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, αναφερόμενος με «δέος και θάμβος» ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος γράφει: «Ασίγητοι μπροστά στο θάμβος του μυστηρίου της Εκκλησίας τους. Και πιστοί στον όρκο της συμπαθείας τους με τη ρωμηοσύνη. Αυτή είναι η συνέπεια της υπογραφής τους στους κώδικες των Συνοδικών. Και του «μικρού», όπου τους βλέπει κατά μόνας ο Θεός. Και του «Μεγάλου», όπου τους θεωρεί ο κόσμος. Από τα δύο αυτά Συνοδικά παίρνουν την ειδημοσύνη τους, που με τον καιρό τούς ιδιοποιεί. Μέχρι που γίνονται μεγαλοσχήμονες της καρτερίας. Ισοβίτες άγγελοι της εγρηγόρσεως του γένους. Και φανολίδες αυγές που εκφαίνουν την καθημερινότητα της μαρτυρίας. Οι Φαναριώτες Αρχιερείς είναι πνεύματα που απεργάζονται την εκφαντορία του τριπτύχου μυστηρίου της ζωής μας. Της Πόλης, της Εκκλησίας, της Ρωμηοσύνης.

   Τύπος κατεστημένος αυτός του Φαναριώτη Ιεράρχη. Από στοιχεία βιωματικά. Με τη μνημονευτική τους θητεία μέσα στους ιστορικούς ιδιασμούς των προκατόχων τους. Με τη μυστική θεωρία παλαίτυπων μορφωμάτων της πατερικής και θεολογικής αχραντωσύνης τους. Όλα, μέσα σε μιά σύμμιξη στην κοινή πάθηση. Εκεί όπου βρίσκεται αποτυπωμένη ολόκληρη η χαριστική θυσία αυτών «των ευγενών ρασοφόρων» της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Η μορφή του πυρακτώνεται από την κρίση της κάθε ώρας, ή από την λάμψη της αλήθειας. Από την αιθρία της ημέρας ή από τον κλύδωνα των περιοϊάσεων.

   Ο Φαναριώτης Αρχιερέας είναι τύπος. Έτσι τον έκανε ο χωροχρόνος του. Να μη μοιάζει με κανένα, και να μοιάζει μόνο με το Φανάρι. Να εμπεριέρχεται στο μυστήριό του και στο μυστήριο της Πόλης. Με την αρχαιοφάνεια και τη θεογνωσία του. Κι ο λόγος του να περνάει στα κατάστιχα του Θρόνου. Και νάναι ο Θρόνος ο Πατριάρχης της καρδιάς του. Με συνέπεια και με συνέχεια. Από το χθες στο σήμερα. Κι από το σήμερα στο αύριο».


   Όταν προ καιρού έλαβον υπό του φιλίστορος και ιστοριοδίφου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, Πρωτοσυγκελλεύοντος των Πατριαρχείων, κ. Στεφάνου το δημοσιευμένο πόνημα του Τάσου Μιχάλα, υπό τον τίτλο: «Στην Πόλη. Στην Αγιά Σοφιά» (Αθήνα 1984), ευρέθην ενώπιον ενός πνευματικού θησαυρού που δεν είναι άλλος από την καταγεγραμμένη συνέντευξη του τότε Βοηθού Επισκόπου Αριανζού Γερμανού, ο οποίος τοποθετείται για όλα τα ζητήματα του εν γένει κοινωνικού, πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.

   Από δε το σύνολο της πολυτίμου εκείνης συνεντεύξεως παραθέτουμε τρία αποσπάσματα. Το πρώτο εξ αυτών αναφέρεται στην διακονία του ως Φαναριώτου Ιεράρχου υπέρ της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και του ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους ημών στην Θεοτοκοσκέπαστη Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας τα εξής: «Η ελπίδα να υπηρετήσουμε το λαό του Θεού για να μείνει μία ρίζα. Η ελπίδα πως θάρθουν καλύτεροι καιροί και θα υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς. Αγωνιζόμαστε να βοηθήσουμε τους Χριστιανούς μας να σηκώσουν το σταυρό τους. Βέβαια, όλες οι μέρες είναι του Θεού και γι’ αυτό είναι καλές. Χρειάζεται μόνο εγρήγορση. Σήμερα διαβάσαμε στην προηγιασμένη τον πολύαθλο Ιώβ. Ο διάβολος πίστεψε πως με τις δυσκολίες του θα τον αφανίσει, όμως στη ζωή του Ιώβ δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει ο σατανάς…».

   Για τον τότε Επίσκοπο Αριανζού ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού, κληρικού ή λαϊκού, είναι sine qua non όρος και προϋπόθεση για την εν Χριστώ σωτηρία. Ο ίδιος υπογραμμίζει σχετικά ότι: «Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μυστήριο. Θα κοπιάσεις, θα δουλέψεις, θα αγωνιστείς, αλλά τελικά ο Θεός θα σου δώσει το έπαθλο. Μεταξύ καλού και κακού μάς χωρίζει μιά τρίχα. Το μέλλον δεν το γνωρίζουμε. Εδώ έχουμε έγγαμους κληρικούς με υπέροχες οικογένειες και άγαμους που αγωνίζονται να δώσουν καλή μαρτυρία. Δεν υπάρχει ξεχωριστή ηθική για τους άγαμους κληρικούς, ξεχωριστή για τους εγγάμους και διαφορετική για τους λαϊκούς. Όλοι οφείλουμε να βαδίσουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής».

   Ιδιαίτερα σημαντικές για τη σύγχρονη εποχή είναι οι διδαχές του σοφού Ιεράρχου για τον θεσμό της οικογενείας και της τεκνογονίας, ο οποίος αναφέρει τα εξής διδακτικά και νουθετήρια: «Όπως ο άγαμος, έτσι και ο έγγαμος, θα πρέπει να βλέπει τον κόσμο με το μάτι του Θεού. Όχι μόνο ο άγαμος, αλλά και ο έγγαμος επιβάλλεται να ασκείται στην εγκράτεια. Η τεκνογονία είναι προσωπικό θέμα των συζύγων και ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής τους ευθύνης. Ένας Χριστιανός δεν μπορεί ποτέ να φθάσει σε ανταρσία κατά του θελήματος του Θεού, που είναι η διαιώνιση του είδους και η συνέχιση της ζωής. Είναι καλό πράγμα οι Χριστιανικές οικογένειες να έχουν ένα, δύο, το πολύ τρία παιδιά. Να αρκούνται σ’ αυτά, γιατί τα πολλά παιδιά έχουν και ανάλογες φροντίδες και οικονομικά βάρη και απαιτούν πολλή σωματική αντοχή. Όμως, όταν υπάρχει οικονομική άνεση, αντί να έχουμε δέκα σκυλιά ή γατάκια, ας μη διστάζουμε να προχωράμε και στα τέσσερα και στα πέντε παιδιά. Η μεγάλη οικογένεια είναι και αυτή δώρο Θεού, βέβαια υπό τον όρο ότι οι γονείς μπορούν με υπευθυνότητα και επιμέλεια να φροντίζουν για την υλική και πνευματική προκοπή των παιδιών τους

   Ναι στα παιδιά, υπό τον όρο βεβαίως, ότι θα παρεμβάλλουν στη ζωή των συζύγων ευτυχία… και όχι φθορά… ο πατέρας μου είχε έξι αδέλφια και το ένα ήταν καλύτερο απ’ το άλλο. Εμείς θα ήμασταν πέντε παιδιά, αλλά τα δύο τα δώσαμε στους ουρανούς».

   Στο ερώτημα του Τάσου Μιχάλα: «Τί γνώμη έχετε για τον τούρκικο λαό;», ο άγιος αυτός άνθρωπος ως του Θεού άνθρωπος και αληθής Επίσκοπος απαντά απερίφραστα μετ’ αγάπης και ανεξικακίας, ότι: «Είναι καλός. Εμείς που κάναμε στην Μ. Ασία και στην Καλλίπολη τη στρατιωτική μας θητεία, γνωρίσαμε πολλές υπηρεσίες από το λαό. Αλλά και εδώ οι γείτονες μάς εκτιμούν και τους εκτιμάμε. Δεν έχουμε προβλήματα. Μάλιστα, σε δύσκολες περιπτώσεις συνεργαζόμαστε στενά. Εδώ απ’ έξω υπάρχει ένα ρυάκι που πολλές φορές το χειμώνα η στάθμη του ανέρχεται ενάμισυ ως δύο μέτρα. Τότε αγωνιζόμαστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Επίσης, πολλοί Τούρκοι δημογέροντες της περιφερείας μας βοηθάνε Έλληνες που έχουν ανάγκη να πάρουν απ’ την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση. Οι λαοί έχουμε όλοι καλές καταβολές. Είναι οι πονηρές επιδιώξεις των κατά καιρούς κυβερνήσεων που δημιουργούν εχθροπάθεια».

   Τέλος, η τοποθέτηση του σοφού Επισκόπου Γερμανού για την πορεία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο αποτελεί ιερά παρακαταθήκη για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, που πολλές φορές διατυπώνουμε ρηχό και άκριτο λόγο στο πλαίσιο ενός ψευδοδιλήμματος περί εκσυγχρονισμού ή οπισθοδρομήσεως, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία μας είναι απόλυτα εκσυγχρονισμένη. Πάντοτε προχωράει κρατώντας την ουσία και θέλοντας να βοηθήσει τον άνθρωπο με όλα τα σύγχρονα μέσα, ώστε να γίνει η ζωή του πιο άνετη και ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να χρησιμοποιηθούν τούτα τα μέσα για το καλό και την πρόοδο του ανθρώπου και για την πνευματική του αφύπνιση. Γιατί, πολλά από τα σύγχρονα μέσα είναι μαχαίρι δίκοπο».

   Στον αφανή «άγιο της διπλανής πόρτας», αληθή εν Χριστώ Επίσκοπο και φιλόστοργο Πνευματικό Πατέρα, ασθενούντα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, πολιό γέροντα Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, επί τη συμπληρώσει της ευκλεούς και κατά Θεόν τετιμημένης Αρχιερατείας αυτού στον μαρτυρικώς καθαγιασμένο αμπελώνα της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, αρμόζει και προσήκει «εδαφιαία η μετάνοια», διάπυρη και ουρανομήκης η ευχή και προσευχή πάντων και πασών, των εγγύς και μακράν της κλίνης του, προς τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό: «Κύριε, φύλαττε αυτόν εις πολλά έτη». Γένοιτο!



Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ανταύγειες από την εν Χριστώ αγάπη, του Γέρ. Γεωργίου Γρηγοριάτη

-->


I. Δ. Γρηγοριάτης

Ο άγιος Καστορίας έγραψε για τον Γέροντα, ότι ήταν «στολισμένος με την αρετή της ευγενείας… Κι αυτή η ευγένεια, την οποία είχε κι η οποία έβγαινε από τον χώρο της ψυχής του, δεν ήταν απλώς μία καλή συμπεριφορά… ήταν καρπός του Αγίου Πνεύματος. Ήταν μία εσωτερική κατάσταση που οφειλόταν στην παρουσία του Παρακλήτου, που ήταν ενιδρυμένος στον χώρο της ψυχής του… Ο ευγενής είναι αυτός… που βρίσκει τρόπους και ευκαιρίες να τιμήσει και να δείξει την αγάπη του στο πρόσωπο του άλλου, γιατί στο πρόσωπο του άλλου συναντά τον Χριστό… Και η τιμή αυτή δεν είναι υποκριτική, αλλά πηγαία και αληθινή». Επίσης έχει λεχθή για τον Γέροντα, ότι ήταν «ένας άνθρωπος που ήξερε να τιμά, να σέβεται και να αγαπά τον μικρότερό του, τον ασήμαντο και φτωχό».

Και εμείς που είχαμε την ευλογία να είμαστε υποτακτικοί του, απολαύσαμε αυτή την ευγένειά του και την αγάπη του, που σκόρπιζε αφείδωλα όχι μόνον στα καλογέρια του αλλά και προς κάθε άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, επίσημο ή άσημο, και που ανέβλυζε από την αγάπη του προς τον Θεό.

Έλεγε συχνά: «Είμαστε αδύνατοι και αμαρτωλοί. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Μόνο λίγη αγάπη να δείξουμε στους αδελφούς μας». Θυμούμαι κάποτε που, ενώ συνομιλούσα με κάποιον, ταυτόχρονα έπλεκα κομποσκοίνι. Με κάλεσε ιδιαιτέρως, για να μου πη: «Αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό. Δίνεις προσοχή στο εργόχειρό σου και όχι στην εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, με τον οποίο συνομιλείς».

Αυτή η διπλή αγάπη του, προς τον Θεό και τον άνθρωπο, τον κινούσε σε όλες τις ενέργειές του.
Μόλις 19 ετών, ως πρωτοετής φοιτητής της Θεολογίας, άρχισε το έργο της κατηχήσεως των νέων. Τότε δημιούργησε με μεγάλους αγώνες τον «Παντοκράτορα», Ίδρυμα Νεότητος, με ναό αφιερωμένο στην θεία Ανάληψι του Σωτήρος και χώρους καταλλήλους για ομιλίες, κατήχησι των νέων και αθλοπαιδιές. Στο Ίδρυμα αυτό ο κ. Γεώργιος υποδεχόταν τους νέους με χειραψία, εγκαρδιότητα, πνευματική ζεστασιά και πολλή αγάπη. Τους συγκέντρωνε και τους μιλούσε για πνευματικά θέματα, συχνά δε και ιδιαιτέρως. Πολλές φορές κάλυπτε και τις υλικές τους ανάγκες. Από το Ίδρυμα αυτό πολλοί νέοι γαλουχήθηκαν πνευματικά και οδηγήθηκαν στον Χριστό.

Την θεοφιλή αγάπη του προς τον άνθρωπο, την αποτυπώνει και στα κείμενά του. Σε άρθρο του για τον μοναχισμό το 1989 πρόβαλε την «κοινωνικότητα του Ορθοδόξου μοναχισμού»: «Το απόκοσμο του μοναχού δεν σημαίνει και αντικοινωνικότητα, όπως και η κοσμικότητα δεν σημαίνει κοινωνικότητα. Είναι θαυμαστό πως οι απόκοσμοι μοναχοί είναι ανοικτοί στον κάθε άνθρωπο. Πως δέχονται τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού και ως αδελφό. Πως οι πιο προχωρημένοι και χαριτωμένοι εκ των μοναχών μπορούν να αναπαύσουν τον κάθε άνθρωπο, όσο ταλαιπωρημένος και συγκεχυμένος και αν είναι… Μυστικώτερα οι μοναχοί εκφράζουν την αγάπη τους για τους συνανθρώπους των με τις προσευχές των υπέρ αυτών… Σε περιπτώσεις έκτακτες εθνικών συμφορών, διωγμών, αιχμαλωσιών, και λοιπών δοκιμασιών, οι μοναχοί εκφράζουν την αγάπη τους προς τους συνανθρώπους των με κοινωφελή και προνοιακά έργα, όπως έκαμε η αγία Φιλοθέη στην Αθήνα επί τουρκοκρατίας».

Τις θέσεις του αυτές είχε αποδείξει εμπράκτως το 1973, όταν κάποια πνευματικά του παιδιά βρέθηκαν στα κρατητήρια της παντοδύναμης τότε ΕΣΑ. Ο π. Γεώργιος -νεαρός πνευματικός τότε- αψηφώντας τον κίνδυνο ζήτησε να τα δη, για να τα παρηγορήση και ενισχύση. Οι υπεύθυνοι όχι μόνον του το αρνήθηκαν, αλλά και τον συκοφάντησαν στα παιδιά λέγοντάς τους: «Ούτε και ο πνευματικός σας ήλθε να σας δη».Ο π. Γεώργιος φεύγοντας τους είπε: «Η ζωή είναι σαν μία ρόδα. Σήμερα είστε εσείς επάνω. Αύριο θα είστε κάτω. Και τότε θα θελήσετε να έλθη ο πνευματικός σας να σας δη και δεν θα τον αφήσουν».

Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα της αγάπης του ήταν και ο τρόπος, με τον οποίο ο Γέροντας αντέδρασε στην ψήφισι από την Βουλή των Ελλήνων, την Μ. Τεσσαρακοστή του 1986, του νόμου περί νομιμοποιήσεως των αμβλώσεων. Είχε πονέσει πολύ τότε. Σε κείμενό του της εποχής εκείνης έγραφε: «(Οι αμβλώσεις) τώρα είναι «νόμιμες» κατά τον νόμο των ανθρώπων. Κατά τον θείο Νόμο όμως είναι παράνομες και αποτροπιαστικές. Βλέπω το πλήθος των αμβλώσεων, όπως και την νομιμοποίησί τους, ως το μεγαλύτερο αμάρτημα του νέου Ελληνισμού. Αμάρτημα με το οποίο ανασταυρώνουμε τον Υιό του Θεού. Ας προσευχώμεθα όλοι εκτενώς να υπάρξη συναίσθησις της φοβεράς αποστασίας και μετάνοια…». Τον πόνο του αυτόν εκδήλωσε και με την απόφασί του να μη κάνη εκκλησιαστική υποδοχή στους πολιτικούς που ψήφισαν τον νόμο αυτό.

Αλλά και οι μεγάλοι αγώνες του Γέροντος για τα θέματα της πίστεως εγίνοντο πάντοτε από αγάπη προς τον Θεό και τους εν Χριστώ αδελφούς του, των οποίων η σωτηρία ήταν το κινδυνευόμενον. Δεν πρόβαλλε τον εαυτό του, ούτε έγραφε για να γράφη. Ζητούσε επίμονα τον θείο φωτισμό και περίμενε ταπεινά να μιλήσουν οι άλλοι. Όταν τούτο δεν εγίνετο, τότε μιλούσε αυτός, και μάλιστα εξ υπακοής. Ο μακάριος Γέρων Παΐσιος συχνά τον παρακινούσε προς τούτο.

Ο Θεός τον ανέβασε στο ύψος της ηγουμενείας της Ι. Μονής του Οσ. Γρηγορίου, απ’ όπου ως λύχνος που «φαίνει πασι τοις εν τη οικία» έδειξε με το παράδειγμά του και τις διδαχές του τον ίδιο δρόμο, της αληθινής και ανιδιοτελούς αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Είναι αξιοσημείωτο ένα γεγονός που συνέβη τις πρώτες ημέρες της εν Άθω διαμονής του. Συζητούσε με τον Κωστή Μοσκώφ, που είχε κάνει κάποια στροφή προς την Εκκλησία. Αυτός του έλεγε: «Γέροντα, τώρα που ήλθατε στο Άγιον Όρος εσείς, ως νέοι άνθρωποι, καιρός να φέρετε ένα νέο πνεύμα στο Όρος. Να επιδοθητε σε κοινωνικούς αγώνες». Ο Γέροντας τότε του απάντησε: «Κωστή, ξέρεις που έγκειται η διαφορά μας; Εσείς αγωνίζεσθε κατά του εγωισμού των άλλων, ενώ εμείς αγωνιζόμαστε κατά του δικού μας εγωισμού».

Γνώριζε ότι δεν μπορεί να φθάση κάποιος στην αληθινή αγάπη, αν δεν αποβάλη τον εγωισμό του και τα πάθη του. Γι’ αυτό και συχνά έλεγε, ότι δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των «Εκατοντάδων» του «περί αγάπης» στην περιγραφή του αγώνος κατά των παθών. Την κάθαρσι, κατά τους αγίους Πατέρας, ακολουθεί η έλλαμψις και η θέωσις. Αυτόν τον δρόμο ποθούσε και αυτόν βάδισε ο Γέροντας. Γι’ αυτό και άφησε τα ακαδημαϊκά έδρανα και ακολούθησε την εν Αγίω Όρει ασκητική ζωή. Και, όπως ελέχθη προσφυώς γι’ αυτόν, έγινε «μέγας στα χαρίσματα», επειδή έγινε «μέγας στην ταπείνωσι». Και ότι «συνεδύαζε την ησυχαστική ζωή με την ιεραποστολή», δηλ. τον εσωτερικό πνευματικό αγώνα με την προς τον πλησίον αγάπη.

Αυτό το πνεύμα φανέρωσε και στον ενθρονιστήριο λόγο του. Ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Τινές θεωρούν ίσως τας Αγιορειτικάς Μονάς ως περιφανή μουσεία και λείψανα του Ορθοδόξου Βυζαντινού Πολιτισμού. Δι’ ημάς όμως, οίτινες περιπατούμεν «εν πίστει», αι Αγιορειτικαί Μοναί είναι πρωτίστως χώροι μετανοίας, προσευχής, ασκήσεως, καθάρσεως, ελλάμψεως και θεώσεως. Μοναδική αποστολή των Αγιορειτικών Μονών είναι να διατηρήσουν ανόθευτον και αδιάκοπον την Μοναχικην Παράδοσιν του νηπτικού και θεωρητικού βίου, να μαρτυρούν συνεχώς εις τον κόσμον διά την πραγματικότητα της τελείας Χριστιανικής ζωής, να αποτελούν την γρηγορούσαν συνείδησιν της Ορθοδοξίας, την αφυπνίζουσαν κλήρον και λαόν εκ του ύπνου και της νάρκης της εκκοσμικεύσεως, να υπενθυμίζουν συνεχώς την κλήσιν του ανθρώπου διά τον ουρανόν ως «Θεού κεκελευσμένου», να δίδουν το μέτρον της εν τη Εκκλησία θεανθρωπίνης κοινωνίας- κοινοβιακής ζωής, της βιούσης την αγάπην εν τη ελευθερία της υπακοής ως εβίωσαν αυτήν ο Κύριος μετά των δώδεκα και οι εν ακτημοσύνη και αγία φιλαδελφία ζώντες Χριστιανοι των Ιεροσολύμων».

Δυστυχώς η έννοια της αγάπης έχει παρεξηγηθή απο τον σύγχρονο Οικουμενισμό, στον οποίο κυριαρχεί το σύνθημα: «Ας αγαπηθουμε και ας αφήσουμε κατά μέρος τις δογματικές διαφορές μας». Ο Γέροντας πολλές φορές έδειξε ότι η αγάπη αυτή, που παραθεωρεί την αλήθεια του ευαγγελικού κηρύγματος, είναι ψευδής και επίπλαστη, και αντί να ενώνη τους ανθρώπους, τους διαιρεί και τους διχάζει έτι περισσότερο. Σε σχετικό κείμενό του το 1968 με τίτλο «Αγάπη ή Θεολογία;» έγραφε: «Η θεολογία δεν εκφράζει δι’ ημάς προσωπικάς απόψεις και ιδέας ανεξαρτήτως της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά την πίστιν και αυτοσυνειδησίαν της Εκκλησίας, την αληθή διδασκαλίαν της αποστολικης Παραδόσεως, την ορθόδοξον ερμηνείαν του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, και ως τοιαύτη είναι η ζωη και η αναπνοή της Εκκλησίας… Ας μη απατώμεθα. Δεν διαιρεί η αληθής Θεολογία. Διαιρεί η αμαρτία, η οποία υπό την μορφήν της αιρέσεως και του σχίσματος αντιτίθεται εις το άγιον θέλημα του Θεού, το κηρυσσόμενον υπό της ορθοδόξου Θεολογίας».

Η αγάπη του Γέροντα ήταν πολλη έκδηλη στις περιπτώσεις που οι αδελφοί περνούσαν πειρασμό. Όπως ο άγιος απόστολος Παύλος, έτσι και ο Γέροντας συμμετείχε όλος στον πόνο των αδελφών: «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι;».
Κάποτε ένας αδελφός εκ συνεργείας του διαβόλου έφυγε από την Μονή χωρίς ευλογία του Γέροντα. Ο Γέροντας κυριεύθηκε απο μεγάλη συντριβή και πόνο εσωτερικό, που ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του και τις πράξεις του. Έστειλε αμέσως κάποιους πατέρες να ψάξουν στα κοντινά μέρη γύρω απο την Μονή και άλλους μακρυά. Έβαλε να κάνουν Παρακλήσεις στην Παναγία την Γοργοεπήκοο.

Εκείνο το βράδυ έμεινε άυπνος. Έλεγε: «Το παιδί μπορεί να κινδυνεύη. Πως να κοιμηθώ εγώ;». Στην πρωινή ακολουθία δεν πήγε στο ηγουμενικό στασίδι, αλλά έμεινε στον Νάρθηκα. Κάλεσε τους μεγαλοσχήμους μοναχούς και τους είπε: «Περνάμε μεγάλη δοκιμασία. Πρέπει όλοι μας να προσέχουμε, διότι όλοι κινδυνεύουμε. Όταν έχετε λογισμούς, να τους λέτε αμέσως. Τώρα πρέπει όλοι μας να κάνουμε προσευχή για τον αδελφό. Μόλις τελειώνετε τον κανόνα σας, όλη η υπόλοιπη προσευχή σας να είναι για τον αδελφό».
Ανάθεσε μάλιστα σε κάποιους να προσεύχωνται εκ περιτροπής όλη την ημέρα γι’ αυτόν. Βογγούσε με αναστεναγμούς μέσα απο τα σπλάγχνα του. Οι πατέρες τον παρηγορούσαν λέγοντάς του: «Μη στενοχωρείσθε, Γέροντα, θα γυρίση».

Και ο Γέροντας απαντούσε: «Εσείς δεν μπορείτε να νιώσετε τον πόνο που αισθάνομαι εγώ. Διαφορετικά πονά ο Πατέρας από τους αδελφούς». Η τροφή του ήταν ελάχιστη. Είπε και έκαναν παράκλησι στον άγιο Μηνά. Το βράδυ άρχισε η Αγρυπνία των Αθωνιτών Πατέρων. Παρακάλεσε τους πατέρες να προσευχηθούν με ζέσι υπέρ του αδελφού και στους ιερείς που έκαναν την Προσκομιδή είπε: «Παρακαλέστε τον Κύριο να μας φανερώση που βρίσκεται ο αδελφός». Όταν προσκυνουσε τα άγια λείψανα των Αθωνιτών Πατέρων έλεγε: «Άγιοι Πατέρες εμείς αποτύχαμε· εσείς όμως πετύχατε». Τελικά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων έγινε το θαύμα. Ο χαμένος αδελφός επέστρεψε. Ο Γέροντας αναλύθηκε σε λυγμούς και δάκρυα. Τις ευχές του καθαγιασμού τις είπε με δυσκολία, αλλά και με ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Η υπόλοιπη Θ. Λειτουργία τελείωσε με μεγάλη κατάνυξι.

Η αγάπη του Γέροντα αγκάλιασε και τους Αφρικανούς, τους «εσχάτους αδελφούς του Χριστού», όπως συχνά τους αποκαλούσε. Από αγάπη αλλά και έξ υπακοής σε σεβασμίους γέροντες, τον π. Παΐσιο και τον π. Σπυρίδωνα τον πνευματικό απο την Ν. Σκήτη, ανέλαβε πνευματικά το 1977 τον ιεραπόστολο π. Κοσμά Γρηγοριάτη. Έτσι άρχισε το μεγάλο έργο του ευαγγελισμού των Αφρικανών αδελφών από την Μονή μας. Ο π. Κοσμάς δόξασε τον Θεό με την ζωή του και «έφερε καρπόν πολύν». Μετα την κοίμησί του, τον Ιανουάριο του 1989 μετά από τροχαίο δυστύχημα, το έργο του συνεχίζει επάξια μέχρι σήμερα ο π. Μελέτιος Γρηγοριάτης, νυν επίσκοπος Κατάγκας, βοηθούμενος και από άλλους αδελφούς της Μονής μας.

Την αγάπη του Γέροντα βιώσαμε με τον δυνατώτερο τρόπο λίγο πριν το επίγειο τέλος του. Παραμονές Χριστουγέννων του 2013 (Π. Η.) ο Γέροντας επέστρεψε στο Μοναστήρι από τον κόσμο, όπου ευρίσκετο για λόγους υγείας, η οποία είχε επιδεινωθή δραματικά. Από τις πρώτες ημέρες της ελεύσεώς του, γνωστοποίησε την πρόθεσί του να παραιτηθή απο το ηγουμενικο αξίωμα. Οι πατέρες τον παρακάλεσαν να παραμείνη μέχρι τέλους στην ηγουμενική θέσι, την οποία τίμησε επάξια για μία τεσσαρακονταετία.

Ο Γέροντας όμως, σταθερός στην απόφασί του, είπε ότι αδυνατεί να σηκώνη ταυτόχρονα δύο μεγάλους σταυρούς, της ηγουμενίας και της ασθενείας. Και τον μεν σταυρό της ασθενείας δεν μπορεί να τον αποφύγη, τον δε της ηγουμενίας του είναι εφικτό. Ακόμη φρονούσε ότι έπρεπε με κάθε τρόπο εν όσω ζούσε να διασφαλίση την ενότητα της αδελφότητος, δρομολογώντας τα της διαδοχής του. Και πράγματι, έτσι όπως ζήσαμε τα γεγονότα της παραιτήσεως του, την εκλογή νέου Καθηγουμένου, την πατρική αγάπη και υποδειγματική στήριξι του εκλεχθέντος αδελφού και τα της ενθρονίσεως του νέου Πατρός και Καθηγουμένου μας, μαρτυρούν το βάθος της ταπεινώσεώς του και το μέγεθος της διακρίσεώς του. Και όλα αυτά χάριν της ενότητος της αδελφότητος. Οι τελευταίες του αυτές πράξεις συνιστούν το «κύκνειο άσμα» της Ποιμαντικής του Διακονίας προς την αδελφότητά μας.

Είναι παρατηρημένο, ότι οι άγιοι που ευαρέστησαν τον Άγιο Θεό, ετελειώθησαν, αφού υπέμειναν σοβαρές σωματικές ασθένειες. Στην χορεία αυτή ανήκει και ο πολυσέβαστος Γέροντάς μας. Όλο το σώμα του ήταν μία πληγή. Δεν ακούσαμε όμως κανένα γογγυσμό, κανένα παράπονο. Με ανδρεία, καρτερία και Ιώβειο υπομονή σήκωσε τον μαρτυρικό Σταυρό της ασθενείας του. Με ευχαριστιακή στάσι, βαθεία πίστι, εδραία ελπίδα, ακράδαντο αγάπη προς τον Χριστό έγινε μιμητής του προστάτου του αγίου Γεωργίου. Άλλωστε η συχνή αναφορά του Γέροντα στα λόγια του Μάρτυρος «τρέχε, Γεώργιε, ίνα φθάσης τον ποθούμενο Χριστό», δείχνουν τον μύχιο πόθο του να μιμηθή τον άγιο Γεώργιο. Έτσι επισφράγισε την προς τον Κύριο και τους αδελφούς του αγάπη του όχι μόνον με την ζωή του αλλά και με την οσιακή κοίμησί του.

Πηγή: Μηνιαίο περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Πειραίκή Εκκλησία, έτος 24ο, τεύχος 263, σελ 20-23, Οκτώβριος 2014.



http://www.pemptousia.gr
 agioritikesmnimes.blogspot.gr

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ , Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ.

-->



Αντιθέτως, δες μία πραγματική περίπτωση μεταβάσεως από τη ζωή του Στάρετς Ιωνά: «Κάποιο μέρα, μετά τη θεία λειτουργία, περίπου στις 12 το μεσημέρι, καθόμουν στο κελί μου κι έφτιαχνα πάλι κουτάλια. Ή καρδιά μου θλιβόταν για τον τρομερό Κριμαϊκό πόλεμο. Έξαφνα ακούω κάποιον έξω από την πόρτα του κελιού μου να λέει την ευχή:
"Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς". Ή φωνή είναι γυναικεία λεπτή και καθαρή. Ακούω και σωπαίνω. Ξέρω ότι - καμιά γυναίκα δεν έρχεται ποτέ στο κελί μου και γι’ αυτό σωπαίνω. Ακούω την ευχή δεύτερη φορά• σωπαίνω. Τρίτη φορά, πάλι σωπαίνω. Τότε, η πόρτα ανοίγει μόνη της, ενώ εγώ πάντοτε είχα  τη συνήθεια να την κλείνω από μέσα με το γάντζο, και εισέρχονται στο κελί μου τρεις γυναίκες. Μόλις μπήκαν, στάθηκαν μπροστά στην εικόνα της, Παναγίας της Τριχερούσας, έκαναν τον σταυρό τους και τρεις μετάνοιες. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι, χωρίς να τούς δίνω προσοχή. Σκέπτομαι με θυμό: πώς τόλμησαν αυτές οι γυναίκες να έλθουν σε μένα το μοναχό και μάλιστα άγνωστες: Αυτές, αφού προσευχήθηκαν λίγο, γυρίζουν και μου λένε:
—Να σε σώζει ό Κύριος, πάτερ.

Βλέπω πώς είναι ντυμένες απλά και φορούν μαντήλι στο κεφάλι τους, όπως όλες οι γυναίκες του λαού. Ή μεγαλύτερη απ’ αυτές μου λέει:
—Ήλθαμε, πάτερ, να σε πάρουμε μαζί μας, για να πάμε στην Κριμαία να περιποιηθούμε τούς πληγωμένους και βασανισμένους στρατιώτες.
Τότε πια σηκώθηκα και τούς είπα:
—Μα πώς μπορώ να πάω τόσο μακριά, και μάλιστα, χωρίς να έχω διαβατήριο;
—Μόνο να έχεις την αγάπη προς το Θεό και ό Θεός μπορεί να τα κάνη όλα, μου απάντησε ή πρώτη δεν χρειάζονται χαρτιά. Πάμε να τούς ανακουφίσουμε λίγο και μην παίρνεις τίποτε μαζί σου τα έχουμε φροντίσει όλα. Πάρε μόνο δύο- τρεις πετσέτες για να πλένεις, να σκουπίζεις και να περιποιέσαι τις πληγές τους. Όλα τ’ άλλα τα έχουμε.
—Πώς όμως, θα γίνει αυτό; Γιατί αν οι  αδελφοί με δουν μαζί με γυναίκες, θα σκανδαλιστούν
—Όχι, δεν θα μάς δη κανείς. Θα κάνουμε το έργο της άγιας υπακοής, θα υπηρετήσουμε τούς αρρώστους και θα γυρίσουμε απόψε.
Άς προσευχηθούμε λοιπόν στον Κύριο και Θεό για να μάς δώσει τη δύναμη και βοήθεια να τον υπηρετήσουμε στο πρόσωπο των δούλων του, πού είναι στρατιώτες και πολεμάνε για το άγιο όνομά Του και την άγια πίστη Του. Λέγε εσύ την προσευχή, μου είπε.

Κι εγώ είπα το "’Άξιον εστί", ενώ όλες έκαναν τον σταυρό τους και μετάνοιες. Συνέχισα "Δόξα Πατρί και Υίώ και Άγίω Πνεύματι και νυν..." μέχρι τέλος και πάλι βάλαμε μετάνοια. "Κύριε ελέησον" τρεις φορές, "εύλόγησον", μετάνοια. “Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών...", μετάνοια, αμήν. Ή πρώτη λέει "Κύριε εύλόγησον την οδόν". Όλες πάλι έκαναν τον σταυρό τους και βγήκαν έξω. "Έκλεισα το κελί και τις άκολούθησα. Βγήκαμε στην αυλή κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Σε λίγο γύρισα πίσω και δεν είδα πιάτο κελί μου. Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο κτίριο, στον τοίχο τού όποιου ήταν γραμμένο: Έδώ είναι το νοσοκομείο των στρατιωτών, πού πληγώθηκαν για το Χριστό, την πίστη την άγια και τη θεοφύλακτη πατρίδα μας Ρωσία".

—Δόξα τω Θεώ, φθάσαμε, είπε ή πρώτη.
Μπήκαμε, σ’ ένα φωτεινό και μακρύ διάδρομο, πού δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θάλαμοι με κρεβάτια καθαρά και μαλακά. Στον πρώτο θάλαμο βρίσκονταν οι βαριά πληγωμένοι: άλλος δεν έχει χέρι, άλλος πόδι, άλλος έχει ανοιγμένα σπλάγχνα, άλλος
είναι χωρίς σαγόνι, μύτη, μάτι, κάποιου το κεφάλι είναι ανοιγμένο...
Μόλις μπήκαμε στον πρώτο θάλαμο ή μεγάλη μου λέει: "Πρόσεξε, ότι θα κάνουμε εμείς να κάνης και  εσύ σκοπός μας είναι να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τούς πληγωμένους".

Ετοιμάσθηκε πρώτη, πλησίασε έναν τραυματία, έβαλε στη λεκάνη νερό, κι αφού έπλυνε τις πληγές μ’ ένα σφουγγάρι, τις σκούπισε με την καθαρή πετσέτα την όποια είχε μαζί της. Έπειτα έβγαλε από την σακούλα της κάποια αλοιφή και άλειψε τις πληγές. Τέλος τού έπλυνε το πρόσωπο, τον σκούπισε και τον χτένισε. Όλα τα έκανε επιδέξια και γρήγορα, κι αμέσως πηγαίνει σε άλλον άρρωστο. Τα ίδια κάνει και μ’ αυτόν. Αν κάποιος έχει σπασμένο χέρι ή πόδι, το διορθώνει• αν έχει βγαλμένα έξω τα εντόσθια, τα πλένει με καθαρό νερό και τα βάζει στη θέση τους. Αφού περιποιηθεί κάθε τραυματία, τον σταυρώνει, του δίνει να πιει καθαρό νερό, του λέει λίγα λόγια παρηγοριάς και πηγαίνει σ’ άλλον. “Όταν έχει τελειώσει τον τρίτο, γυρίζει και μου λέει:
—Είδες, πώς κάνω; Στάσου έδώ ανάμεσα σε μένα και τη μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, κοίτα κι ότι κάνουμε εμείς, κάνε και σύ. Μη σιχαίνεσαι και μην περιφρονείς κανέναν, αλλά να παρηγορείς όλους τούς, πληγωμένους ανεξαιρέτως. Τότε στρέφεται σ’ εκείνη πού ονόμασε άγια Βαρβάρα και της λέει: άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, να τον παρακολουθείς, να τον βοηθάς και να τον διορθώνεις στην άγνοιά του, για να υπηρετήσει καλά τούς τραυματίες εις δόξα θεού.

Μου υπέδειξε στη συνέχεια κάποιον πληγωμένο εγώ τον πλησίασα, τον ξεσκέπασα, έβγαλα το πουκάμισό του και είδα έντρομος ότι ήταν όλος σχισμένος από πάνω μέχρι κάτω και τα εντόσθια του χυμένα έξω τόσο φοβήθηκα, πού έχασα τις αισθήσεις μου. Αμέσως ή μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έπιασε το αριστερό χέρι μου και λέει στην πρώτη: "Πολυέλεη Δέσποινα, μητέρα τού Θεού και Κυρία όλων μας, βλέπεις ότι λιποθύμησε• δυνάμωσέ τον, για να υπηρετεί τον Κύριο, τον γλυκύτατο νυμφίο μου Ιησού Χριστό, πού αγάπησα με όλη την καρδιά μου και τού παρέδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου".

Τότε εγώ κατάλαβα ποιά ήταν αυτή ή πρώτη και ποιά ή δεύτερη και σκίρτησε ή καρδιά μου. Τα είχα χαμένα. Δεν καταλάβαινα, που βρίσκομαι. Στρέφεται λοιπόν, ή Παναγία και λέει προς την τρίτη:
—Αγία Μεγαλομάρτυς Αλεξάνδρα, βοήθησε λίγο και σύ αυτό το μικρόψυχο μοναχό, πού Θέλει να δώσει τη ζωή του για το όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, και για την εκκλησία. Ηλθε μαζί μας εδώ να υπηρετήσει τούς τραυματίες, αλλά μόλις είδε τις πληγές τους φοβήθηκε κι έσβησε.
—Δεν υπάρχει, Δέσποινά μου, απάντησε ή αγία Αλεξάνδρα, άνθρωπος, πού να έχει τη Χάρι τού Κυρίου Ιησού Χριστού, την όποια έχεις εσύ. Όλοι είναι φτωχοί και αδύναμοι. Εσύ λοιπόν, ευλόγησε και ενίσχυσε τον δώσε του άφθονη Χάρι, δύναμη, διάκριση, υπομονή και σοφία.
Τότε ή Δέσποινά μας με πλησίασε, με σταύρωσε τρεις φορές και μού είπε:
—Από δώ και πέρα θα είναι μαζί ο ου και με όλα τα έργα σου ή Χάρι μου, για να υπηρέτης με αγάπη και ευσέβεια το Θεό και τον πλησίον, επειδή αγαπά πολύ εκείνους πού υπηρετούν τούς πονεμένους και Θλιμμένους ανθρώπους. Κάνε, λοιπόν, τον κόπο αυτής της διακονίας μαζί μας και ό Θεός να σ’ ευλόγηση

Με αυτά τα λόγια ζωντάνεψε το πνεύμα μου και ξανάρχισα την περιποίηση των τραυματιών χωρίς φόβο, αλλά με Θάρρος και χαρά. Είχα δεξιά μου την Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο κι αριστερά την άγια μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα. Ή Δέσποινα ρώτησε τον πρώτο τραυματία, πώς λέγεται κι αυτός απάντησε, Βασίλειος. Μου λέει λοιπόν ή Παναγία: "Βάλε το όνομά του μέσα στην καρδιά σου και τη μνήμη σου. Θα έλθει κάποτε, εκεί πού θα βρίσκεσαι. Όταν έλθει, να του δώσεις την ευλογία σου στο όνομα του Κυρίου". Και πράγματι. Μετά από καιρό ήλθε εδώ στη μονή, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των θείων μυστηρίων. Με αναγνώρισε και θυμήθηκε όσα έγιναν τότε: ότι ήταν πολύ πληγωμένος, τί ένιωθε και τί άκουγε. Μου εξήγησε ότι ήλθε, γιατί σε κάποιο όνειρο του δόθηκε εντολή να έλθει στο Κίεβο, για να με βρει. Εγώ όμως, έκανα πώς δεν ξέρω τίποτε, για να μη διαδοθεί ή φήμη μεταξύ των ανθρώπων. Έμεινε μερικές μέρες κι έφυγε με ειρήνη.

Γρήγορα λοιπόν, και με επιτυχία τελειώσαμε αυτό το θάλαμο, περιποιηθήκαμε όλους τούς αρρώστους και πήγαμε σ’ άλλον, έπειτα σε άλλον και σε άλλον και τέλος στο θάλαμο αναρρώσεως. Εκεί ή Δέσποινα, αφού τούς ευλόγησε όλους τούς παροτρύνε να έχουν πίστη στο Θεό, υπακοή στην Εκκλησία και να αγωνίζονται για τη σωτηρία του πλησίον τους. Στη συνέχεια επισκέφτηκε όλα τα συντάγματα, όπου ευλόγησε και παρηγόρησε όλους τους φιλόχριστους στρατιώτες. Επισκέφτηκε ακόμη τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερούπολι, το Μπαχτσισαράι και το Καρασουμπαζάρι, κοντά στο μαύρο ποταμό, όπου οι στρατιώτες μας ήταν στα χαρακώματα.

Έπειτα απ’ όλα αυτά επιστρέψαμε στο Κίεβο. Μπήκαμε στο κελί μου και ή άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είπε:
—Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Προσευχηθήκαμε στον Κύριο και βάλαμε τρεις μετάνοιες.
—Να τα θυμάσαι όλα αυτά, μου είπε τότε ή Δέσποινα μην τα ξεχάσεις, θα σου χρειαστούν. Όταν έλθει ό καιρός, το Πνεύμα το Άγιο θα έμπνευση τις ψυχές και καρδιές πολλών ανθρώπων, ανδρών και γυναικών διαφόρων ηλικιών, τάξεων, αξιωμάτων και θρησκευμάτων να έλθουν σ’ εσένα. Μην αρνηθείς τη βοήθειά σου σ’ αυτούς και μην απεχθάνεσαι κανέναν, επειδή κεφαλή όλων είναι ό Χριστός και όλοι είναι δικά Του μέλη. Να υπηρέτης με αγάπη το Θεό και τον πλησίον να συμπονάς όλους, να παρηγορείς τούς βασανισμένους και απελπισμένους ανθρώπους. αφού και εσύ έχεις περάσει πολλά να έχεις ταπεινοφροσύνη και υπομονή και να ευχαριστείς για όλα τον Κύριο. Φρόντισε να εκτελείς πιστά το καθήκον σου επειδή γι’ αυτό το έργο σε κάλεσε. Ή ειρήνη τού Θεού να είναι μαζί σου", μου ευχήθηκε και με σταύρωσε τρεις φορές.
Τότε έκθαμβος είδα την Κυρία Θεοτόκο με τις δύο αγίες, όχι πια με απλά και φτωχικά. αλλά μέσα σε δόξα, ομορφιά κι ολόλαμπρο φως πού δεν μπορεί να τα περιγράψει ή ανθρώπινη γλώσσα.
Ζήτησα τις ευχές και το έλεος της Δέσποινας για μένα και για όλα τα έργα μου, καθώς και των δύο μεγαλομαρτύρων Βαρβάρας και Αλεξάνδρας.
—Ξέρουμε την αδυναμία σου, μου απάντησαν εκείνες, γι’ αυτό να καταφεύγεις στον Κύριο και στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο, πού είναι ή μητέρα όλων και δίνει τη σκέπη, τη Χάρι και την παρηγοριά. Έχεις διαβάσει στους βίους μας, πώς υπομείναμε τα βάσανα από το διάβολο και τούς υπηρέτες του για την αγάπη του Χριστού. Είδες πώς ό Κύριος των δυνάμεων δοξάσθηκε στ αδύνατα γυναικεία σώματά μας και στις ροές του αίματος μας. Αλήθεια, θαυμαστός είναι ό Κύριος εν τοις άγίοις αυτού! Αμήν.

Ή Δέσποινα μού έδωσε και πάλι την ειρήνη και εύλογία και βγήκε από το κελί μου μαζί με τις δύο άγιες- τις συνοδέυσα λίγο κι εγώ.
—Στην εκκλησία τελείται ή πρωινή δοξολογία του Θεού.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Παναγίας...
Καθώς επέστρεφα στο κελί, σκεπτόμουν πόσο αφηρημένος ήμουν, ώστε από την έκπληξη μου δεν άναψα το κερί, ενώ ήταν νύκτα. Μόλις μπήκα όμως, είδα το κελί μου πολύ φωτισμένο το κερί ήταν στη θέση του, αλλά σβηστό κι όμως, το φώς στο δωμάτιό μου ήταν λαμπερό. Πόσο φτωχός ήμουν στο μυαλό, πού δεν μπορούσα τότε να καταλάβω... Θεωρώ τώρα και θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ανόητο σε όλα. Ό Κύριος και Θεός μου, ή Παναγία μήτε ρα Του και όλοι οι άγιοι δείχνουν σε μένα τα μεγάλα τους ελέη και τη Χάρι τους, μα εγώ είμαι αχάριστος σ’ αυτούς. Φόρεσα το μανδύα και πήγα στην εκκλησία. Ήταν δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα»
 «Λίγο μετά την επίσκεψι της Παναγίας στις 9 Μαρτίου έλαβα ένα δέμα. Ανοίγω το κουτί και βλέπω μια ιερή εικόνα της Αγίας Τριάδος. Μαζί ήταν κι ένα γράμμα με το εξής περιεχόμενο:
"Πάτερ Ιωνά, σάς παρακαλούμε να δεχτείτε αυτή την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην ιερά μονή σας. Σχετικά με αυτή πρέπει να σάς διηγηθούμε ένα θαυμαστό γεγονός, πού είχε συμβεί σ’ ένα συμπατριώτη μας, πρώην ταγματάρχη, ό όποιος είχε βαρειά πληγωθεί στον τουρκικό πόλεμο. Ή μάχη διαρκούσε μέρες. Δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφέρουν τούς τραυματίες ούτε καν να τούς προσφέρουν κάποια μικρή βοήθεια, αλλά ούτε και να θάψουν τούς νεκρούς. Οι τραυματίες ήταν εγκαταλελειμμένοι στο έδαφος, υπέφεραν φοβερά, αιμορραγούσαν, διψούσαν και πολλοί απ’ αυτούς πέθαιναν. Αυτός ό ταγματάρχης βρισκόταν πεσμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τούς πληγωμένους μ’ ένα βαρύ τραύμα στο κεφάλι. Για ένα διάστημα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, υπέφερε πολύ και ικέτευε το Θεό και την Παναγία να τον βοηθήσουν και να τον σώσουν.

Την πέμπτη ή έκτη ήμερα βλέπει το πρωί κάποιες γυναίκες, πού περνούσαν απ’ όλους τούς αρρώστους. Ήταν ντυμένες σαν απλές αγρότισσες και σκεπασμένες με λευκά μαντήλια. Πλησίαζαν τους πληγωμένους, περιποιούνταν τις πληγές τους, τους έδινα να πίνουν καθαρό και δροσερό νερό και ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Πάνω στους νεκρούς έκαναν το σημείο του σταυρού. Ό ταγματάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και σκεπτόταν: Από που να είναι αυτές οι γυναίκες: Έδώ κοντά δεν υπάρχει κανένα χωριό• και πόσο καλά περιποιούνται τούς άρρωστους!.
"Έπειτα, μάς διηγήθηκε ό ταγματάρχης, πλησίασαν και προς εμένα και μου είπαν: "Να έχεις ειρήνη και να σου δώσει ό Κύριος την υγεία. Μου έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι. Μου φόρεσαν καθαρά ρούχα και μού έδωσαν να πιω νερό και να φάω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Μετά ή μεγαλύτερη μού λέει: "Να τα υπομένετε όλα με καρτερία για την αγάπη του Θεού και θα λάβετε τη βασιλεία των ουρανών.

Συνέχισαν να έρχονται κάθε μέρα. Όταν ρώτησα τα ονόματα τους, δεν μου απάντησαν, μόνο ή πρεσβύτερη μού είπε: "Να ευχαριστείτε την Παναγία και όλους τούς άγιους.
Μετά από επτά ημέρες μάς πήραν στο νοσοκομείο. Όταν έγινα καλά, αποστρατεύτηκα και πήγα στο σπίτι μου. Θυμόμουν πάντοτε αυτό το γεγονός και ήθελα από ευγνωμοσύνη ν’ αγοράσω μια εικόνα. Πέρασε αρκετός καιρός. Κάποτε ήλθαμε μαζί με τη γυναίκα μου στο Κίεβο για προσκύνημα. Έδώ ήθελα να αγοράσω την εικόνα, αλλά δεν ήξερα ποιά ακριβώς. Επισκεφτήκαμε όλα τα εκκλησιαστικά μ« γαζιά τού Κιέβου, μα πουθενά δεν μπορέσαμε να
βρούμε την εικόνα τού θα μας άρεσε ούτε στη Λαύρα βρήκαμε.

Κάποια μέρα λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία στη μεγάλη εκκλησία βγήκαμε για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Ξαφνικά κοντά στην πύλη της Λαύρας μια γυναίκα μάς πλησιάζει και μάς λέει: Έχω μια ωραία εικόνα, Θέλετε να την αγοράσετε;
Την είχε τυλιγμένη σε μια λευκή και καθαρή μανδήλα όμοια με αυτή την οποία φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν ντυμένη πολύ απλά. Την κοιτάζω και σκέπτομαι: "Κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη γυναίκα”. Κι αυτή πάλι κοιτάζει εμένα και μου λέει: 'Θέλετε να πάρετε την άγια Εικόνα;”.
Την ξετύλιξε αμέσως κι εγώ την περιεργάσθηκα. Μού άρεσε πάρα πολύ, σαν να ήταν αυτή ακριβώς την οποία έψαχνα ν’ αγοράσω. Τη ρώτησα για την τιμή. Μου είπε ότι της αρκεί ότι θα της δώσω. Αυτή ή εικόνα επίσης, άρεσε πολύ και στη σύζυγό μου πού με παρότρυνε να την αγοράσω. Παρακάλεσα τη γυναίκα να έλθει μαζί μας στο ξενοδοχείο για να της δώσουμε τα χρήματα. Μόλις όμως, φθάσαμε, εκείνη εξαφανίσθηκε. Την έψαξα παντού, μα δεν τη βρήκα. Μετά από μερικά χρόνια αυτή ή γυναίκα μού εμφανίσθηκε πάλι στον ύπνο και μού είπε: 'Μην παραξενεύεσαι• ησύχασε και μη με ψάχνεις. Είμαι μία απ’ αυτές πού διακονούσαν εσένα και τούς άλλους πληγωμένους στον πόλεμο”.

Μετά απ` αυτό το γεγονός ηρέμησα. Ή εικόνα όμως, παραδόξως άρχισε να αλλάζει όψη: το πρόσωπο, ή μύτη, τα μάτια, τα δάκτυλα μεταμορφώνονταν και γίνονταν σαν του ζωντανού ανθρώπου. Αυτή  η βαθμιαία αλλαγή κράτησε για ένα ορισμένο διάστημα. Όλοι το είδαν. Αργότερα, από κάποιο δάκτυλο άρχισε να βγάζει κάτι σαν λάδι ή μύρο. Στην αρχή δεν δώσαμε καμιά προσοχή και το λάδι έσταζε στο προσκυνητάρι. Μετά αρχίσαμε να το μαζεύουμε με βαμβάκι, το δίναμε στοάς άρρωστους και όλοι θεραπεύονταν.
Κρύβαμε όμως, τα θαύματα της εικόνος. Εν τω μεταξύ γεράσαμε εγώ και ή γυναίκα μου κι αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε που να την αφήσουμε. Αυτή ή σκέψη μάς βασάνιζε. Κάποτε πού προσευχόμασταν ακούσαμε με έκπληξη και φόβο να βγαίνει από την εικόνα μια φωνή: Μη στενοχωρείστε• αυτή ή εικόνα θα βρει τη θέση της και θα τιμάται.
Εμείς πάντως ησυχάσαμε με την απόφαση ότι, όταν κάποιος από τούς δύο πεθάνει, ό άλλος θα βρει μεταξύ των συγγενών μας μια καλή και θεοφιλή οικογένεια και θα της παραδώσει την εικόνα, μέχρι πού ό Κύριος να δείξει το θέλημά του.

Πρώτος κοιμήθηκε ό άνδρας. Τότε ή γυναίκα βρήκε μια ευσεβή παρθένο και της έδωσε την εικόνα, αφού της διηγήθηκε την ιστορία και τα θαύματά της. Αυτή ή παρθένος φύλαγε με ευλάβεια την εικόνα, ή οποία έκανε πολλά νέα θαύματα. Όταν γέρα σε και αισθάνθηκε ότι πλησιάζει ό θάνατος, την παρέδωσε στον εφημέριό της μαζί μ’ ένα γράμμα πού περιείχε όλη την ιστορία της. Ό ιερέας τοποθέτησε την εικόνα μέσα στην εκκλησία και ό πιστός λαό, την τιμούσε πολύ. Κάποια μέρα μετά το χερουβικό ύμνο ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι -προερχόταν από την εικόνα. Η φωνή έλεγε: 'Στείλε αυτή την αγία εικόνα μου στο  Κίεβο και δώσε την στον ιερομόναχο Ιωνά, πού μένει πιο πάνω από το μοναστήρι Βύντουμπιτσκυ στον κήπο. Εκεί θα κτιστή μονή στο όνομα της Ζωοποιού Τριάδος. Πρέπει να την τοποθέτηση μέσα στο ιερά βήμα στην αγία πρόθεση. Στείλε την αμέσως’.
Όλοι άκουσαν τη φωνή του ό ιερέας δεν ήταν βέβαιος από ποια εικόνα προερχόταν. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αλλά ό ιερέας τούς καθησύχασε. Τέλεση μια δέηση στην αγία Τριάδα, ωστόσο δεν την έστειλε.

Πέρασε λίγος καιρός και πάλι μια Κυριακή κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, όταν ό ιερέας διά βάζε την όπισθάμβωνο ευχή ό εύλογών τούς ευλογούντος σε, Κύριε..., ξανακούσθηκε ή φωνή:
—Γιατί καθυστερείς και δεν στέλνεις την εικόνα μου εκεί πού σού υπέδειξα; Στείλε την, σου είπα, στον “ιερομόναχο Ιωνά πού μένει στον κήπο, πιο πάνω από το Βύντουμπιτσκυ.

Τότε ή εικόνα έλαμψε κι έτσι όλοι είδαν από πού προήλθε ή φωνή.

“Ύστερα από τη θεία λειτουργία, αφού έκαναν μια δέηση στην αγία Τριάδα και προσκύνησαν την εικόνα, ό “ιερέας την έστειλε ταχυδρομικούς σε μένα μαζί με όλη την ιστορία και τα θαύματά της. Τώρα βρίσκεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας στην προσκομιδή, όπως όρισε ή θεία φωνή».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΛΑΜΟΣ 1998.



http://salograia.blogspot.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.