Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Άγιος Σιλουανός:περί ειρήνης και θυμού.




Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, μὰ δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴ κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη». Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος ποὺ κάνει τὸ θέλημά του νὰ ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θἄχει εἰρήνη.

Ψυχὴ ποὺ παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑποφέρει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Σὺ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησε μὲ νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει κοντὰ στὸν Θεὸ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Ἂν ὑποστεῖς καμιὰν ἀποτυχία, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά Του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλ᾿ ἂν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει, τότε ποτὲ στὴν ψυχή του δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη, ἔστω κι ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ…

… Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ κι ἔτσι μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἢ τὸν καπνό. …

… Τὸ κατόρθωνε γιατὶ ἀγαποῦσε τὸν λαὸ καὶ δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γι᾿ αὐτόν:
«Κύριε, δῶσε τὴν εἰρήνη Σου στὸν λαό Σου».

«Κύριε, δῶσε στοὺς δούλους Σου τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιο, γιὰ νὰ θάλπει τὶς ψυχές τους μὲ τὴν ἀγάπη Σου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ σ᾿ ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ σὲ κάθε ἀγαθό». …

… Ἔτσι, προσευχόμενος συνεχῶς γιὰ τὸν λαό, διαφύλασσε τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἐμεῖς τὴν στερούμαστε, γιατὶ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἀγάπη γιὰ τὸν λαὸ. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι ποθοῦσαν τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ, ὅταν βρίσκονταν ἀνάμεσα σ᾿ ἀνθρώπους, προσεύχονταν διακαῶς γὶ᾿ αὐτούς. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἔδινε τὴ δύναμη ν᾿ ἀγαποῦν τὸν λαὸ. Κι ἐμεῖς, ἂν δὲν ἀγαποῦμε τὸν ἀδελφό, δὲν θὰ ἔχομε εἰρήνη. …

… Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιὰ ἕνα μαθητή του ποὺ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ἐνῶ λοιπὸν προσευχόταν, τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, γιὰ ποιὸν παρακαλεῖς ; Δὲν ξέρεις πῶς μ᾿ ἔχει ἀρνηθεῖ ;» Ὁ Παΐσιος ὅμως ἐσυνέχιζε νὰ λυπᾶται τὸν μαθητή του καὶ τότε τοῦ εἶπε ὁ Κύριος: «Παΐσιε, ἔγινες ὅμοιος μὲ μένα στὴν ἀγάπη».
Ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη καὶ ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. …

… Ψυχὴ ἁμαρτωλή, αἰχμάλωτη στὰ πάθη, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Κυρίῳ, ἔστω κι ἂν ἔχει ὅλα τὰ πλούτη τῆς γῆς, ἔστω κι ἂν βασιλεύει σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν σ᾿ ἕνα τέτοιο βασιλιὰ, τὴν ὥρα ποὺ διασκεδάζει σὲ συμπόσιο μὲ τοὺς πρίγκιπές του καθισμένος στὸ θρόνο του δοξασμένος, ἂν τοῦ ποῦμε ξαφνικά: «Βασιλιὰ, πεθαίνεις σὲ λίγο», τότε ἡ ψυχή του θὰ ταραζόταν, θὰ ἔτρεμε ἀπὸ τὸ φόβο καὶ θὰ ἔβλεπε τὴν ἀδυναμία του.

Πόσοι ὅμως ὑπάρχουν φτωχοὶ, ἀλλὰ πλούσιοι σὲ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ἂν τοὺς ἔλεγαν: «Τώρα πεθαίνεις», θὰ ἀπαντοῦσαν εἰρηνικά: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος, γιατὶ μὲ θυμήθηκε καὶ θέλει νὰ μὲ πάρει ἐκεῖ, ὅπου πρῶτος μπῆκε ὁ ληστής». …

… Δόξα Σοι, Κύριε, γιατὶ τώρα ἔρχομαι σὲ Σένα καὶ θὰ βλέπω αἰώνια μὲ εἰρήνη καὶ ἀγάπη τὸ Πρόσωπό Σου. Τὸ ἱλαρὸ, πράο βλέμμα Σου αἰχμαλώτισε τὴν ψυχή μου καὶ αὐτὴ λιώνει γιὰ Σένα». …

… Ἂν ὅμως συνηθίσομε νὰ προσευχόμαστε θερμὰ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ νὰ τοὺς ἀγαποῦμε, θὰ παραμείνει γιὰ πάντα ἡ εἰρήνη στὶς καρδιές μας.

Δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη ἡ ψυχή, ἂν δὲν μελετᾶ μέρα καὶ νύχτα τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ αὐτὸς ὁ νόμος γράφτηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πηγαίνει ἀπὸ τὴ Γραφὴ στὴν ψυχή. Κι ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται γλυκύτητα καὶ εὐχαρίστηση γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν θέλει πιὰ ν᾿ ἀγαπᾷ τὰ ἐπίγεια, γιατὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὰ ἐπίγεια ἐρημώνει τὸν νοῦ. Ἡ ψυχὴ τότε καταλαμβάνεται ἀπὸ ἀθυμία, ἀγριεύει καὶ παύει νὰ προσεύχεται. Κι ὁ ἐχθρός, βλέποντας πῶς ἡ ψυχὴ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν σαλεύει καὶ εὔκολα συγχύζει τὸν νοῦ μὲ διάφορους ἄτακτους λογισμοὺς κι ἔτσι περνᾶ ὁλόκληρη τὴ μέρα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει καθαρὰ τὸν Κύριο.

Ὅποιος ἔχει μέσα του τὴν εἰρήνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σκορπίζει εἰρήνη καὶ στοὺς ἄλλους. Ὅποιος ὅμως ἔχει μέσα του πνεῦμα κακὸ, σκορπᾶ καὶ στοὺς ἄλλους τὸ κακό. …

… Ὁ θυμώδης ἄνθρωπος ὑποφέρει ὁ ἴδιος μεγάλο μαρτύριο ἀπὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφανείας του. Ὁ ὑφιστάμενος, ὅποιος κι ἂν εἶναι, πρέπει νὰ τὸ καταλαβαίνει καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν ψυχικὰ ἄρρωστο προϊστάμενό του καὶ τότε ὁ Κύριος, βλέποντας τὴν ὑπομονή του, θὰ τοῦ δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ. Εἶναι μέγα ἔργον ἐνώπιόν του Θεοῦ τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδικοῦν καὶ τὸν προσβάλλουν. Ἐξαιτίας αὐτοῦ θὰ τοῦ δώσει ὁ Κύριος τὴ χάρη καὶ θὰ γνωρίσει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριο. Κι ἔτσι θὰ ὑπομείνει τότε, χάριν τοῦ Κυρίου, μὲ χαρὰ ὅλες τὶς θλίψεις καὶ θὰ τοῦ δώσει ὁ Κύριος ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ θὰ ἐπιθυμεῖ ὁλόψυχα τὸ καλὸ γιὰ ὅλους καὶ θὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους ὅπως γιὰ τὴν ψυχή του.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ ν᾿ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθροὺς ἐξομοιώνεται μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δὲν εἶναι δυνατὴ παρὰ μόνο μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ, μόλις σὲ προσβάλει κανείς, προσευχήσου γι᾿ αὐτὸν στὸν Θεὸ κι ἔτσι θὰ διατηρήσεις τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχή σου. …

… Ἂν κάποιος ὡς προϊστάμενος ἀναγκαστεῖ νὰ δικάσει ἕναν ἄλλο γιὰ κάποιο παράπτωμα, πρέπει νὰ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τοῦ δώσει συμπάσχουσα καρδιά, τὴν ὁποία ἀγαπᾶ ὁ Κύριος, καὶ τότε θὰ κρίνει σωστὰ. Ἂν κρίνει ὅμως λαμβάνοντας ὑπόψη μόνο τα ἔργα τοῦ ὑποδίκου, τότε θὰ πέσει σὲ λάθη καὶ δὲν θ᾿ ἀρέσει στὸν Κύριο.

Πρέπει νὰ κρίνει κανεὶς μὲ σκοπὸ τὴ διόρθωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνεπῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπονῇ ὁ δικαστῆς κάθε ψυχή, κάθε πλάσμα καὶ κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχει καθαρὴ συνείδηση σ᾿ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς του καὶ τότε θὰ βρεῖ βαθιὰ εἰρήνη στὴν ψυχὴ καὶ τὸν νοῦ. …

… Ἂν ἐγνώριζαν οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ κυβερνῆτες τῶν λαῶν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἔκαναν ποτὲ πόλεμο. Ὁ πόλεμος προέρχεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὁ Κύριος μᾶς ἐδημιούργησε κατὰ τὴν ἀγάπη Του καὶ μᾶς παρήγγειλε νὰ ζοῦμε μὲ ἀγάπη.
Ἂν οἱ ἄρχοντες τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ ὁ λαὸς καὶ οἱ ὑπήκοοι ὑπάκουαν μὲ ταπείνωση, θὰ ὑπῆρχε μεγάλη εἰρήνη καὶ ἀγαλλίαση πάνω στὴ γῆ. Ἐξαιτίας ὅμως τῆς φιλαρχίας καὶ τῆς ἀνυπακοῆς τῶν ὑπερήφανων ὑποφέρει ὅλη ἡ οἰκουμένη. …


http://imverias.blogspot.gr/

ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ Ἅγ.Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

-->


Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: «Εἶσαι ἅγιος»·καὶ ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Κι οἱ δύο αὐτοὶ λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, καὶ δὲν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ, ὅμως, νὰ σκέφτεσαι: «Ἐγὼ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ὁ Ἐλεήμων Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καὶ θὰ συγχωρέσει καὶ σ΄ ἐμένα τὶς ἁμαρτίες μου».

Πίστευε ἔτσι, καὶ θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σου: Θὰ σὲ συγχωρήσει ὁ Κύριος. Μὴ βασίζεσαι, ὅμως, στοὺς προσωπικούς σου ἀγῶνες, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι μεγάλος ἀσκητής. Ἕνας ἀσκητής μου ἔλεγε: «Βεβαίως θὰ ἐλεηθῶ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες τὴν ἡμέρα». Ὅταν, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος, «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του».

Ὄχι, λοιπόν, γιὰ τὶς ἀσκήσεις μας, ἀλλὰ δωρεάν, κατὰ τὴ χάρη Του ἐλεεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος θέλει τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι
ταπεινή, ἄκακη, καὶ νὰ συγχωρεῖ τοὺς πάντες μὲ ἀγάπη· τότε καὶ ὁ Κύριος συγχωρεῖ μὲ χαρά. Ὁ Κύριος τούς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ Τὸν μιμούμαστε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς πάντες, καὶ ἂν δὲν μποροῦμε, τότε πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του.

Ὅταν ἤμουν ἀκόμα ἀρχάριος, γνώρισα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σὺν Θεῷ καὶ ἐν Θεῷ, καὶ τὸ πνεῦμα χαίρεται γιὰ τὸν Κύριο, ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀποκάμνει ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς, ὅμως, νὰ χάσεις αὐτὴν τὴν χάρη καὶ μὲ ἕναν κακὸ λογισμό.

Μὲ τὸν κακὸ λογισμὸ εἰσέρχεται μέσα μας μία ἐχθρικὴ δύναμη, καὶ τότε σκοτίζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὴ βασανίζουν κακὲς σκέψεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀπώλειά του καὶ καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός».

Ἡ ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο, μαθαίνει ἀπὸ τὴ μακροχρόνια πείρα της, ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές, τότε αἰσθάνεται, ἔστω καὶ λίγο, τὴ χάρη μέσα του κι ἔχει παρρησία στὴν προσευχή. Ἄν, ὅμως, ἁμαρτήσει μὲ κάποιον λογισμὸ καὶ δὲν μετανοήσει, τότε κρύβεται ἡ χάρη καὶ ἡ ψυχὴ θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ἡ ψυχὴ διέρχεται ὅλη της τὴ ζωὴ στὸν ἀγώνα μὲ τοὺς λογισμούς. Ἐσύ, ὅμως, μὴ μένεις στὴν ἀκηδία ἐξαιτίας τοῦ ἀγώνα, γιατί ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τὸν ἀνδρεῖο ἀγωνιστή.


Πονηροὶ λογισμοὶ καταπονοῦν τὴν ὑπερήφανη ψυχή, καὶ ἂν δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἀπὸ αὐτούς. Ὅταν ἁμαρτωλοὶ λογισμοὶ σὲ πολιορκοῦν, φώναζε πρὸς τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἀδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου καὶ Πλάστη μου, βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή μου τυραννιέται ἀπὸ τοὺς λογισμούς… Ἐλέησέ με». Καὶ ὅταν στέκεσαι ἐνώπιόν τοῦ Δεσπότου, νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι Αὐτὸς θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά σου, ἂν εἶναι ὠφέλιμα σὲ σένα.

Ἦρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ὁ ἥλιος καὶ σκοτεινίασε. Ἔτσι γιὰ ἕνα λογισμὸ ὑπερηφάνειας στερεῖται ἡ ψυχὴ τὴ χάρη καὶ τὴν καλύπτει τὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ καὶ πάλι μὲ ἕναν ταπεινὸ λογισμὸ ἐπανέρχεται ἡ χάρη. Αὐτὸ τὸ γνώρισα ἐκ πείρας.

Νὰ ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ λογισμός σου συνηθίζει νὰ παρατηρεῖ ἀνθρώπους, πῶς ζεῖ ὁ ἕνας ἢ ὁ ἄλλος, αὐτὸ εἶναι ἔνδειξη ὑπερηφάνειας.

«Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου». Παρατήρησε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ δεῖς: Μόλις ἡ ψυχὴ ἀποκτήσει ἔπαρση ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ, ἀμέσως ἀκολουθεῖ κάποιος λογισμὸς ὄχι εὐάρεστος στὸν Θεό, καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή.

Ἄν, ὅμως, δὲν ταπεινωθεῖ, τότε ἔρχεται ἕνας μικρὸς πειρασμός.

Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, ἀρχίζει ὁ πόλεμος τῆς σαρκός.

Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, τότε πέφτει πάλι σὲ κάποιο μικρὸ ἁμάρτημα.

Ἂν καὶ τότε δὲν ταπεινωθεῖ, θὰ ἔλθει μεγαλύτερη ἁμαρτία.

Κι ἔτσι θὰ ἁμαρτάνει, ὡσότου ταπεινωθεῖ.

Μόλις, ὅμως, ταπεινωθεῖ, ἀμέσως θὰ δώσει ὁ Ἐλεήμων Κύριος στὴν ψυχὴ εἰρήνη καὶ κατάνυξη, καὶ τότε θὰ περάσουν ὅλα τὰ κακὰ καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ ἐχθρικοὶ λογισμοί. Ἔπειτα, ὅμως, πρέπει νὰ κρατᾶς μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις τὴν ταπείνωση, ἀλλιῶς θὰ ξαναπέσεις στὴν ἁμαρτία.

Βλέποντας ὁ Κύριος ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι στερεωμένη στὴν ταπείνωση, ἀπομακρύνει τὴ χάρη, ἀλλὰ ἐσὺ μὴ φοβᾶσαι: Ἡ χάρη εἶναι μέσα σου, ἀλλὰ κρυμμένη. Μάθε νὰ σταματᾶς ἀμέσως τοὺς λογισμούς. Ἄν, ὅμως, ξεχάσεις καὶ δὲν τοὺς διώξεις ἀμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σὲ αὐτό, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὴ συνήθεια. Ἡ ψυχὴ ἀποκτᾶ συνήθεια, ἂν τὴν διδάξεις, καὶ ἐνεργεῖ ἔτσι σὲ ὅλη της τὴ ζωή.

Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀγαθοὺς λογισμοὺς καὶ ὁ πονηρὸς πονηρούς. Ὅλοι, ὅμως, ὀφείλουν νὰ μάθουν τὸν πόλεμο μὲ τοὺς λογισμούς, καὶ νὰ μάθουν νὰ μετατρέπουν τοὺς κακοὺς λογισμοὺς σὲ ἀγαθούς. Αὐτὸ εἶναι σημάδι πεπειραμένης ψυχῆς.

Ρωτᾶς πῶς γίνεται αὐτό;

Νά! Ὅπως ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος αἰσθάνεται πότε κρυώνει καὶ πότε ζεσταίνεται, τὸ ἴδιο καὶ ὅποιος γνώρισε ἐκ πείρας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀκούει πότε ὑπάρχει στὴν ψυχή του ἡ χάρη καὶ πότε ἔρχονται τὰ πονηρὰ πνεύματα.

Ὁ Κύριος δίνει στὴν ψυχὴ τὴ σύνεση νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἔλευσή Του καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ κάνει τὸ θέλημά Του. Ἐπίσης ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐξωτερική τους μορφή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπενέργειά τους στὴν ψυχή.

Οἱ ἐχθροὶ εὔκολα ἐξαπατοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν πείρα αὐτή.

Οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ μᾶς παρασύρουν στὴν ἴδια πτώση, ὑποβάλλοντας λογισμοὺς ἐπαίνου. Καὶ ἂν ἡ ψυχὴ δεχθεῖ τὸν ἔπαινο, τότε ἡ χάρη φεύγει, ἐφόσον δὲν ταπεινώνεται ἡ ψυχή. Καὶ ἔτσι σὲ ὅλη τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ μαθητεύει στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν τὸ μάθει αὐτὸ ἡ ψυχή, δὲν θὰ γνωρίσει ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ μὲ καθαρὸ νοῦ.

 http://www.imaik.gr/
 http://www.paterikiorthodoxia.com

Άγιος Σιλουανός Αθωνίτης "Για τη Θεομήτορα"


Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι΄ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ΄ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τούς ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ΄ εμάς τα παιδιά Σου, πως αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πως χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πως αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πως σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;

Πες μας, τι ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πως το ανέτρεφες; Πως πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;

Πες μας, ποια χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση η πως σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη· αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσης ολ΄ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.
Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν΄ νταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.

Τι ν΄ αναταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ΄ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Tης και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Tης γλυκαίνει την καρδιά μου.

Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.
Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α΄ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.

Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Tης δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ΄ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο· όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β΄ 44-46).

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος.
Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι΄ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας Tης.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβωμε. Η αγάπη Tης για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ΄ Αυτήν.

Παρ΄ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την άγια σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Tης όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τούς λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Tης, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τούς πάντες.

Ω, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.
Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Tης για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Tης η ψυχή θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ΄ επισκέφθει και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ΄ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήση εκείνη τη γλυκειά φωνή και δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.

Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ΄ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Tης.

Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζη στούς ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τούς φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη κι όλους τούς λαούς.

Κι Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ΄ εμάς.

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.

Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπη προς Αυτήν.


Πηγή


.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Αγιορείτικο διήγημα: «Το λεκιασμένο μαντήλι»


Αγιορείτικο διήγημα: «Το λεκιασμένο μαντήλι»
Ιερομόναχος Ονούφριος Μαρουδάς (†1957)
Γέροντας του Ιερού Χιλιανδαρινού Κελλιού
Γέννησης της Θεοτόκου (Μαρουδά)
από το 1925 έως το 1957


 


Αφιερωμένο στον Πνευματικό μου Ονούφριο Ιερομόναχο «Μαρουδά»
Ιερώνυμος Μοναχός

Μακρυά απ’ την ταραχή του κόσμου, και μέσα σ’ ένα ολόδροσο καταπράσινο γραφικό δασάκι, με άφθονα κρυσταλλένια νερά, είναι χτισμένο το σπίτι του Γερω Πνευματικού ολόλευκο και καθαρό, με το μικρό εκκλησάκι του.
Γύρω στις όμορφες πλαγιές, χιλιάδες μυριόχρωμα λουλουδάκια σπαρμένα απ’ το ευλογημένο χέρι του Θεού, χύνουν τη μυρωδιά των και τη σκορπίζουν στη γύρω φύσι με το σιγανό τ’ αγεράκι π’ ανάμεσά τους διαβαίνει, και τη μοσχομυρίζουν, ενώ κάτω στες λαγκαδιές, και μεσ’ τα φουντωμένα δένδρα, μύρια πουλάκια κελαϊδούν ολόγλυκα. Είναι ένας σωστός παράδεισος εδώ στον κάτω κόσμο!...

Εκεί πέρα σ' αυτό το όμορφο το μέρος, τρέχουν κάθε λίγο και λιγάκι σαν τα διψασμένα τα’ αλαφάκια στο γάργαρο νερό, ψυχές βασανισμένες, και φλογισμένες απ’ την αμαρτία για να δροσισθούν, και πληγωμένες καρδούλες, για να ζητήσουν παρηγοριά και βάλσαμο για τις πληγές τους, απ’ το γιατρό που ο Χριστός έχει βάλει εδώ κάτω, να γιατρεύη τα πάθη, να βαλσαμώνη τον πόνο, κ,έχει δώση στο χέρι του το κλειδί ν’ ανοιγοκλείνη τη πόρτα του παραδείσου. «Όσα αν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα αν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ».

Μέσα στην εκκλησούλα του σπητιού του που λάμπει ολοκάθαρη και μοσχοβολά και μπροστά στην εικόνα του Χριστού μας, που τα’ ασημένιο καντηλάκι της χύνει αδιάκοπα μέρα και νύχτα το λιγοστούτσικο πρασινωπό του φως, ο Γέρων πνευματικό έχει στήση το ιατρείο του και δέχεται καλόκαρδα τους αρρώστους του. Σκυμμένος εκεί μπροστά επάνω τους, εξετάζει τον καθένα χωριστά. Κυττάζει το σφυγμό του, ψυχολογεί την κλήσι του, θερμομετρελι την κράσι του, χτυπά τις χορδές του, ακούει το καρδιοχτύπι του, βρίσκει το πάθος, ανακαλύπτει το αίτιον. Ανοίγει κατόπιν με προσοχή την καρδιά του, πιάνει και ξεριζώνει τα πάθη, καθαρίζει τες πληγές, δίνει τα φάρμακα, δροσίζει την φλόγα, γλυκαίνει τον πόνο, παύει τον στεναγμό, σκουπίζει το δάκρυ, δίνει παρηγοριά, δίνει ελπίδα, χαρίζει γαλήνη, σκορπά τη χαρά. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που τρέχουν εκεί πέρα. Είναι πολλοί, είναι άπειροι.

.......Απ’ τους πολλούς αυτούς μια μέρα του καλοκαιριού, να και φθάνει ένα παλληκάρι. Ξεκίνησε το δόλιο απ’ το μέρος που βρισκότανε και σέρνοντας αργά τα βήματά του, έφθασε στο σπητάκι του πνευματικού και χτύπησε την πόρτα του. Ήλθε κι αυτό σαν τους άλλους με τον ίδιο τον σκοπό. Ν’ ανοίξη την καρδούλα του, να δείξη την πληγή του, να πάρη τη γιατρειά του και να ξελαφρώση. Τ’ άνοιξε ο ίδιος ο Πνευματικός και το δέχθηκε με το χαμόγελο στο στόμα. Το πήρε μέσα, το έβαλε στ’ αρχονταρήκι για να καθήση και να ξεκουρασθή, το κέρασε γλυκό και καθαρό κρύο νεράκι, ετοίμασε και τούδωσε καφέ, του πρόσφερε δροσερά και μεστωμένα κεράσια απ’ τα δικά του δένδρα, και έπειτα το ωδήγησε στο εκκλησάκι. Ευλόγησε και φόρεσε το πετραχήλι του, και πήγε και στάθηκε στο στασίδι του και περίμενε. Το παιδί μπήκε κι αυτό μέσα έκαμε το σταυρό του, προσκύνησε τες εικόνες, γύρισε έβαλε μετάνοια του Πνευματικού, και πήγε και σταμάτησε, με κάποια μικρή ταραχή μέσα του, δίπλα στο στασίδι που τούδειξε ο Πνευματικός.

- Τώρα να σ’ ερωτήσω παιδί μου ένα πράγμα. Πήγες άλλη φορά σε πνευματικό, ή πρώτη φορά εξομολογείσαι; Μόνος ήλθες, ή άλλοι σε παρακίνησαν; Δηλαδή μονάχος σου το σκέφθηκες ότι πρέπει να εξομολογηθής, ή άλλοι σε συμβούλευσαν;
- Όχι Γέροντα. Στα 24 χρόνια μου πρώτη φορά πατώ το πόδι μου σε πνευματικό. Δεν με παρακίνησε κανείς, μόνος μου ήλθα, γιατί κατάλαβα ότι έχω ανάγκη να εξομολογηθώ και να ελαφρώσω. Θέλω να πω τον πόνο μου σ’ ένα μέρος που να με καταλάβουν καλά και να ξανασάνω. Είμαι νέος, μα έχω πολύ βασανισθή στη ζωή. Ανεμοδέρνοντας από μικρό παιδάκι (γιατί έμεινα πεντάρφανο τριών χρονών) μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής, με χτύπησαν πολύ σκληρά τα κύματά του. Γιατί είναι μεγάλη η τρικυμία του Γέροντα, και αλοί και τρις αλοί, σε κείνο το φτωχό το καράβι που θα βρεθή στ’ ανοιχτά του, με καπετάνιο άπρακτο σαν και μένα∙ θα συντριβή το δύστυχο όπως συντρίφθηκα κι’ εγώ. Έρχομαι πρώτη φορά, βαρυφορτωμένος με ταραγμένη την ψυχή για να ξεφορτωθώ και ναύρω ησυχία. Όπου κι αν πήγα και γύρισα δεν βρήκα αλλού καταφυγή ούτε λιμάνι για να σταθώ.


Το κύτταζε μ’ αληθινή συμπόνια. Ήταν τόσο συμπαθητικό, φαινόταν τόσο κουρασμένο, και μιλούσε τόσο πονεμένα. Το χάϊδευσε μ’ ένα του βλέμμα στοργικό. Και έπειτα.
- Ναι καλά τα λες παιδάκι μου, κι έφερες και μόνος σου το παράδειγμα. Δεν βρίσκεις αλήθεια αλλού λιμάνι για να σταθής παρά το μέρος τούτο, γιατ’ είναι επίτηδες επί ταυτού χτισμένο να δέχεται στο κόρφο του όλα τα θαλασσοδαρμένα καράβια που τυραννίστηκαν στο πέλαγος της ζωής τους, σαν και σένα. Τα ξεφορτώνει και τα’ αναπαύει. Ας είναι σπασμένα τα ξάρτια τους, ας ξεσχισθήκαν τα πανιά τους στο πάλεμα με τον καιρό, ας έσπασε η άγκυρά τους∙ ας μη νοιαστούν διόλου, όταν φθάσουν εδώ μέσα θα βρουν απ’ όλα, και θα τα πάρουν ολοκαίνουργα. Πανιά, και άγκυρα και ξάρτια. Θ’ απλώσουν έπειτα χαρούμενα το πανάκι τους και με τα’ αγέρι της ελπίδας θα βγούνε ξελαφρωμένα με καινούργια δύναμι να μετρηθούνε με το κύμα. Μοιάζει πολύ ο άνθρωπος παιδάκι μου με το ταλαίπωρο καράβι. Έτσι κι αυτός σαν και κείνο. Παλεύει με τη φουρτούνα της ζωής του και τυραννιέται στο βίο του. Μια βυθίζεται, την άλλη σηκώνεται, τώρα πέφτει, σε λίγο αναστένεται∙ και αυτή η αγωνία βαστά ως το τέλο της ζωής του. 

Δεν πρέπει όμως ποτέ να απελπίζεται μα να προχωρή με θάρρος και νάχη το τιμόνι του στραμμένο σε τούτο δω το λιμάνι πάντοτε. Όταν δω μέσα μπη, ας μη φοβήται τίποτε. Λοιπόν λέγε μου τώρα παιδάκι μου πως τα πέρασες στη ζωή σου. Πριν όμως ανοίξεις το στόμα σου για να μου πης, πρέπει να ξέρης ένα πράγμα. Ότι, ότι κιάν μου πης, μη λάβης υπ’ όψιν σου ότι ευρίσκομαι εγώ εδώ. Λάβε κατά νουν ότι είσαι μόνος με μόνο το Χριστό όπου στέκεται εδώ αυτή τη στιγμή και περιμένει να του πης τες αμαρτίες σου, για να σε συγχωρήση. Είναι ένα παράδοξο κριτήριο τούτο δω που δεν μοιάζει καθόλου με τα κριτήρια τα κοσμικά. Εκεί όσα περισσότερα κρύψεις, τόσο ελαφρύνεις τη θέσι σου. Εδώ απεναντίας, όσα περισσότερα ομολογήσης, όσο περισσότερο ταπεινωθής και κατηγορήσης τον εαυτό σου μόνον, τόσο ταχύτερα παίρνεις τη συγχώρησι. «Ότι την ανομίαν μου εγώ γιγνώσκω» έλεγε ο Δαυΐδ. Μη ντραπής εμένα. Είμαι κι’ εγώ άνθρωπος σαν και σένα, με τα ίδια τα πάθη με τες ίδιες αδυναμίες. Για να φθάσω σ’ αυτή την ηλικία, πέρασα πρώτα τα χρόνια τα δικά σου, και ξέρω πολύ καλά το τι θα πη άνθρωπος νέος να ζη στην κοινωνία. Το δε σπουδαιότερο που πρέπει να ξέρης είναι ότι, όσα κι αν μου πης, από το στόμα το δικό μου δεν θα βγη ποτέ, ούτε θα σε κατηγορήσω όσο μεγάλο, όσο τραγικό, όσο αισχρό κι αν είναι αυτό που θα μου εξομολογηθής. Μη φοβάσαι, μη ντρέπεσαι σου επαναλαμβάνω, γιατί δεν είσαι μόνος όπως είπαμε με αδυναμίες και πάθη. «Πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην». Το στόμα του πνευματικού παιδάκι μου είναι τάφος που σκεπάζει πάντα. Δεν βγάζει ποτέ λέξι αν πρόκειται να τον κρεμάσου.
Το παιδί πήρε θάρρος και σκύβοντας το κεφάλι του άρχισε να εξομολογείται τακτικά όλα του τα αμαρτήματα.

- Έκανα τούτο Γέροντα, έπραξα κείνο, είπα αυτό, πήγα εκεί, έχω κείνο, εκατηγόρησα, κατάκρινα, συκοφάντησα, εγέλασα, εμάλωσα κ.τ.λ.π., τέλος του λέγει. Αυτά είναι όλα μου τα αμαρτήματα, Γέροντα, δεν έχω άλλο τίποτε.
Μα ο πνευματικός που παρακολουθούσε και άκουγε με προσοχή την εξομολόγησι του παιδιού, και ψάχνοντας την καρδιά του, είχε βρη από την πρώτη στιγμή το πάθος που φώλιαζε μέσα, και το ρώτησε.

- Μήπως παιδί μου έχεις τίποτε άλλο και ντρέπεσαι να μου το πής; Ή μήπως έχεις κανένα κρυφό πάθος που δεν το λογαριάζεις που αυτό και μόνο μπορεί να είναι η ρίζα, και η πηγή όλων των κακών που μου ανέφερες; Αυτού παιδάκι μου ας στρέψωμεν τη προσοχή μας. Για άκουσέ με. Μήπως θυμώνεις και υβρίζεις; Μήπως βλασφημά; Μήπως κρατείς μνησικακία και κάνεις εκδίκηση; Μήπως έχεις ξένα πράγματα και τα κρατείς;
- Όχι Γέροντα, εκείνα που σου είπα πρωτήτερα, δεν έχω τίποτε άλλο.
- Καλά παιδί μου ένα ακόμη θα σε ρωτήσω και θα τελειώνομε. Μήπως παιδάκι μου αισχρολογείς, ή δίδεις εις άλλους αιτία να αισχρολογούν;
Ξαφνιάστηκε!...

- Και είναι κακό η αισχρολογία Γέροντα; Έκαμε τρομαγμένο και κοκκινίζοντας. Μα εγώ δεν κάνω άλλη δουλειά, όχι μόνο εγώ να αισχρολογώ, αλλά να διηγούμαι και σ’ άλλους διάφορα ιστορικά αυτού του είδους για να γελούμε. Αλλά δεν το έχω και σε κακό, ούτε καν το σκέπτομαι ότι βλάπτει ποτέ, κι αν τώρα δεν μου το έλεγες, ούτε θα το πρόσεχα ποτέ.
Ο πνευματικός που ζητούσε αφορμή, άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να το συμβουλεύη να παύση την αισχρολογία, γιατί είναι κακό, και να του λέγη χίλια δυό πράγματα γι αυτήν ότι είναι αμαρτία, ότι καταστρέφει την ψυχήν όχι μόνον εκείνου που αισχρολογεί, αλλά και εκείνου που ακούει, ότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο άνθρωπος» κ.τ.λ.π.
- Μα δεν μπορώ να το χωνεύσω Γέροντα αυτό που μου λες! Μου φαίνεται δε παράξενο πως ένα τέτοιο μικρό πράγμα σας έκανε τόσο πολύ εντύπωσι!
- Μικρό το λες πως είναι;
- Μα προς Θεού∙ το πώς θα πω ένα αστείο έστω και αισχρό χάλασ’ ο κόσμος;

Ο πνευματικός που ζητούσε αφορμή, άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να το συμβουλεύη να παύση την αισχρολογία, γιατί είναι κακό, και να του λέγη χίλια δυό πράγματα γι αυτήν ότι είναι αμαρτία, ότι καταστρέφει την ψυχήν όχι μόνον εκείνου που αισχρολογεί, αλλά και εκείνου που ακούει, ότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο άνθρωπος» κ.τ.λ.π.
- Μα δεν μπορώ να το χωνεύσω Γέροντα αυτό που μου λες! Μου φαίνεται δε παράξενο πως ένα τέτοιο μικρό πράγμα σας έκανε τόσο πολύ εντύπωσι!
- Μικρό το λες πως είναι;
- Μα προς Θεού∙ το πώς θα πω ένα αστείο έστω και αισχρό χάλασ’ ο κόσμος; Είμαι νέος άνθρωπος, θα πάμε παρέα με συνομηλίκους μου, θ’ αστειευθούμε επάνω κει στ’ αστεία, θα αισχρολογήσωμε δεν γίνεται. Ο κόσμος ο σημερινός, η κοινωνία αυτό ζητεί. Ναι μεν θέλει και λίγη προσοχή και αναλόγως με το μέρος που βρίσκεται κανείς, αλλά δεν βλέπω τι κακό μπορεί να κάμη μια λέξι που όταν βγη από το στόμα σου χάνεται στο κενό και ξεχνιέται. Τέλος αφού το λέτε σεις, μπορεί νάναι και κακό.

Ο πνευματικός τραβώντας το μαύρο του κομβοσχοίνι, άλλαξε για μια στιγμή την κουβέντα, και σε λίγα λεπτά ρώτησε το νέο.
- Δεν μου λες αλήθεια παιδί μου, τι δουλειά κάνεις;

- Είμαι βαφέας Γέροντα. Δηλαδή μπογιατζής, βάφω ρούχα, υφάσματα, νήματα σε διάφορα χρώματα.
- Και τι παίρνεις;
- Αναλόγως το ύφασμα, το χρωματισμό και της εργασίας. Όχι όμως και μεγάλα πράγματα.
Ο πνευματικός σκέφτηκε λίγο και έπειτα
- Έχω κ’ εγώ παιδάκι μου ένα άσπρο μανδήλι μεγάλο λινομέταξο και θέλω να το δώσω να μου το βάψουν γιατί το έχω να δένω τα ιερά μου όταν πηγαίνω να λειτουργήσω στα εξωκκλήσια, και επειδή είναι άσπρο, φοβούμαι ότι θα λερώνεται και θα θέλη κάθε μέρα πλύσιμο. Γι’ αυτό θα το χρωματίσω να σκουρίνη να μη φαίνεται η λέρα του. Τώρα δε με την ευκαιρία αυτή θα σου το δώσω εσένα να μου το βάψης. Μα θέλω όμως να βαφή μ’ ένα τρόπο δικό μου ιδιότροπο (βλέπεις όταν γεράση ο άνθρωπος αποκτά ιδιοτροπίες). Θα το πάρης, και αυτή την εβδομάδα όσα υφάσματα βάψης θα τα βουτάς ένα σφουγκάρι σε κάθε χρώμα, και θα τραβάς μια σφουγγαριά στο μανδήλι μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει το σχήμα που θα τυπωθή επάνω στο πανί, μ’ ενδιαφέρει να βαφή με τον τρόπο που θέλω εγώ. Να ιδώ δε και μ’ ένα κόπο τι χρωματισμούς κάνεις, είμαι περίεργος.


- Ω! πολύ ευχαρίστως Γέροντα! Όχι μόνο αυτό, αλλά αν έχης και κανένα ξεθωριασμένο ράσσο να μου το δώσης να σου το βάψω, θα γίνη ολοκαίνουργο γιατί κάνω καλή δουλειά∙ θα με υποχρεώσης δε πολύ…
- Όχι παιδάκι μου δεν έχω ανάγκη προς το παρόν, αργότερα βλέπουμε. Τώρα πηγαίνω να σου φέρω το μανδήλι μου.
     Σηκώθηκε με σκυμμένο το κεφάλι του και πήγε στο δωμάτιό του άνοιξε το σεντούκι και πήρε το μανδήλι, και γύρισε στην εκκλησία.
- Να πάρτο παιδί μου είναι καινούργιο. Αλ’ όπως σου είπα παρακαλώ. Κάθε χρώμα και μια σφουγκαριά στο πανί μου, και την Κυριακή σε περιμένω νάλθης πάλι να τα πούμε, θα σε φιλέψω εδώ ότι θα βρεθή, και θα πληρώσω και τον κόπο σου.
Έβαλε μετάνοια κείνο στον πνευματικό, φίλησε το χέρι του πήρε το μανδήλι, βγήκε απ’ την εκκλησία, ξαναχαιρέτησε τον πνευματικό και έφυγε. Εκείνος το παρακολούθησε με το βλέμμα του πούφευγε και ψιθύρισε, «Κύριε Ιησού Χριστέ δόστου φώτησι».

Ο πνευματικός κάθεται τώρα στην αυλή του, κοντά στην πηγή, και μπροστά στο κηπάκι του σπητιού του. Δίπλα το παληκάρι κρατεί στα χέρια του το πανί τυλιγμένο ρόλο και το στριφογυρίζει μ’ απορία, και δεν μπορεί να το χωράση ο νους του γιατί ο πνευματικός θέλησε να καταστρέψη ένα τέτοιο ωραίο πράγμα έτσι για το γούστο του.
- Λοιπόν παιδί μου. Αφού το έβαψες όπως σου είπα, πάρτο τώρα κι έχω ζεστό νερό στη φωτιά, θα σου δώσω σαπούνι και ποτάσα, κι εκεί στην βρύσι την μαρμαρένια κοπάνα, κύτταξε να το πλύνης τρίψετο όσο μπορείς και προσπάθησε να βγάλης τα χρώματα που έβαλες.
Εκείνο γέλασε.

- Τα χρώματα είπες Γέροντα; Μα δεν βγαίνουν πειά. Είναι ανεξάλειπτα, γιατί έχουν μέσα δηλητήριο την «ανηλίνη» και είναι στημένα επάνω του, θα ξεσχισθή το πανί αλλά δεν βγαίνουν εκείνα.
- Εσύ προσπάθησε κι’ όσο να ετοιμάσω εγώ φαγητό άπλωσέ το στον ήλιο να στεγνώση.
Το πήρε το παιδί και όπως του είπε ο Γέρων άρχισε να το πλύνη και να το τρίβη μ’ όλη του τη δύναμι. Αλλά δεν βαρυέσαι. Όσο το έτριβε, τόσο και γυάλιζαν τα χρώματά του. Στο τέλος βαρέθηκε, το πέρασε ένα κρύο νερό και τα’ άπλωσε στον ήλιο. Ο πνευματικός ητοίμασε το φαγητό έφαγαν και μετά,
- Φέρτο τώρα παιδί μου το μανδήλι να ιδούμε τι έγινεν.
Όταν το είδε,
- Αχ κρίμα το μανδήλι μου, φώναξε με πόνο. Πόσο μετανοώ τώρα που σου είπα και μου τόβαψες έτσι. Φαίνεται όμως ότι δεν το έτριψες όπως έπρεπε.
- Όχι Γέροντα, απεναντίας το έτριψα μ’ όλη μου την δύναμι και προσπάθησα να βγάλω τα χρώματα, μα του κάκου. Κάθε χρωματισμένη κηλίδα είναι δηλητηριασμένη, δεν βγαίνει πειά. Εγώ αν και είξευρα τι χάλια θα γινόταν εξαρχής που μου τόδωσες να το βάψω με τον τρόπο που μούπες, όταν το είδα τελειωμένο το λυπήθηκεν αληθινά η ψυχή μου.
Τότε ο Γέρων γυρίζοντας και κυττάζοντάς τον κατάματα τον ρωτά.

- Ε! παιδί μου τι λες τώρα για την προχθεσινή μας ομιλία; Βλάπτει η αισχρολογία ή δεν βλάπτε; Σου το έδωσα να το καταλάβης μόνος σου με το παράδειγμα του μανδηλιού, γιατί δεν θα μπορούσα να σε πείσω με λόγια όσο κι αν προσπαθούσα. Κάθε σφουγκαριά κι’ ένας λεκές δηλητηριασμένος στο μανδήλι που δεν βγαίνει. Κάθε λέξι αισχρή και μια λεκιά φαρμακωμένη στην ψυχή που την ακούει. Η σφουγκαριά πετάχτηκε στο κενό, μα το στίγμα έμεινε στο μανδήλι. Τον αισχρό τον λόγο τον πήρε ο αέρας μα η κηλίδα τυπώθηκε στην ψυχή εκείνου που την άκουσε. Το μαντήλι μου λες πως το λυπήθηκεν η ψυχή σου που ήταν ένα άψυχο πράγμα, πόσες όμως ψυχές παιδάκι μου κατέστρεψες με τα λόγια σου σαν το λευκό μου το μανδήλι χωρίς να τις λυπηθής; Γνώρισα εγώ ψυχές αγνούλες να κυλιώνται στο βούρκο μόνο και μόνο γιατί άκουσαν αισχρά. Δεν είναι η ώρα και το μέρος παιδάκι μου να εκταθώ περισσότερο, σαν τι ρόλο παίζει η περιέργεια, έπειτα από μια παρατεταμένη αισχρολογία σε πρόσωπα άπρακτα και πρωτόβγαλτα στην ζωή. Τούτο μόνον σου λέγω ότι, ησφαίρα λέγει κάποιος ή το δηλητήριο, σκοτώνει μόνον το κορμί του ανθρώπου, μα η αισχρολογία του σκοτώνει την ψυχή. Η κοινωνία δεν ζητά την αισχρολογία, την ξετσιπωσιά, αλλά τη σεμνότητα. Καμμιά τιμημένη οικογένεια δεν δέχεται στο σπήτι της τον αισχρολόγο, κι’ αν ευρεθή εκεί δεν του επιτρέπει ποτέ να σαλιαρίζει μπροστά στα μέλη της. Οι πόρτες όλες γι αυτόν είναι κλειστές. Κανένας πατέρας δεν εμπιστεύεται στην συντροφιά του παιδιού του να είναι ο αισχρολόγος. Οι φίλοι του το αποστρέφονται στο τέλος, και το τέλος του θα είναι καταφρονημένο. Μη παιδάκι μου, μην αισχρολογήσης πειά. Αν για ένα αργό λόγο έχωμεν να δώσωμεν απολογίαν στον δίκαιον κριτήν την ώραν που θα κριθούμε, τι θα του πούμε για κείνες τις ψυχές που καταστρέψαμε με τα λόγια μας;

Δυό δάκρυα ολοστρόγγυλα κύλησαν απ’ τα δυό ματάκια του παιδιού κι’ ένας στεναγμός βγήκε απ’ την καρδιά του.
- Συγχώρησέ με Γέροντα ήμαρτον, αισθάνομαι το κακό που έκανα έως τώρα και μετανοώ αληθινά.
Έλαμψε το πρόσωπο του πνευματικού απ’ τη χαρά του∙ το είχε κερδίσει.
- Σκύψε παιδί μου, του λέγει τώρα, να σου διαβάσω την ευχή αφού κατάλαβες το σφάλμα σου και μετανοείς.
Έσκυψε κάτω το κεφαλάκι του, έβαλε ο πνευματικός το πετραχήλι του, σκέπασε με την άκρη το κεφάλι του παιδιού και βάζοντας το χέρι επάνω «Κύριε Ιησού Χριστέ (άρχισε να λέγει) Ποιμήν και Αμνέ ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» κλπ…

Αγαπητέ αναγνώστα, όποιος κι’ αν είσαι και σε ότι κλάδο κι αν ευρίσκεσαι, λέγω κι’ εγώ σε σένα κείνο που είπεν ο πνευματικός σ’ αυτό το παληκάρι. Μην ανοίξης ποτέ φίλε μου το στόμα σου να βγη αισχρή κουβέντα απ’ τα χείλη σου έστω και για αστείο. Είναι, αγαπητέ, ανυπολόγιστη η ζημία που προξενεί στην ψυχή και στην καρδιά εκείνου που την ακούει, και κυρίως σε νέους ανθρώπους μπροστά∙ τους καταστρέφεις. Ίσως και να μετανοήσης αργότερα πικρά, μα δεν θα μπορέσης ποτέ πειά να επανορθώσης το κακό που έκαμες σ’ αυτούς, «ομιλίαι γαρ κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά» λέγει το ρητό του Αποστόλου.

Εν τη Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος
Ιερώνυμος Μοναχός  
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αγιορειτική Βιβλιοθήκη,
έτος Ζ΄, Σεπτέμβριος 1942-Αύγουστος 1943, τεύχ. 73-84, σελ. 29-32.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αγιορειτική Βιβλιοθήκη, έτος Στ΄, Νοέμβριος 1941-Αύγουστος 1942, τεύχ. 63-72, σελ. 109-111.

 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.