Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

O Γέροντας Παίσιος διηγείται τις επισκέψεις της Θεοτόκου




Όπως διηγείται ο Γέροντας Παίσιος, «Ήταν Δεκαπενταύγουστος. Ύστερα από τη Θεία Λειτουργία με έστειλε ο γέροντας μου για μια εργασία.

Ήμουν εξαντλημένος από τη νηστεία και τη προηγούμενη αγρυπνία, και μετά τη Θεία Λειτουργία δεν έφαγα γιατί δε μου είπε ο Γέροντας».

Έφτασα στην Ιβήρων και περίμενα το «μοτόρι» (καραβάκι). Ενώ θα ερχόταν το μεσημέρι, έφθασε το βράδυ και ακόμα να φανή. Ήμουν εξαντλημένος. Λέω να κάνω ένα κομποσχοίνι στην Παναγία κάτι να μου οικονομήση. Μετά λέω στον εαυτό μου: «Βρε χαμένε για τέτοια μικροπράγματα θα ενοχλείς την Παναγία;». Δεν πρόλαβα να τελειώσω και έρχεται ένας αδελφός από μέσα. Μου δίνει ένα δεματάκι και μου λέει: «Να, αδελφέ μου για τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου».

«Το άνοιξα. Είχε μέσα μισό ψωμάκι, σύκα και σταφύλια. Μόλις κρατήθηκα από τα κλάματα μέχρι να φύγει ο αδελφός».

Αυτό συνέβη στο κιόσκι της Ιβήρων. Και άλλοτε έλαβε αμεσότερη πείρα της θεομητορικής πρόνοιας στον αρσανά του αυτού Μοναστηριού. Τα δύο γεγονότα έχουν πολλές ομοιότητες αλλά και αρκετές διαφορές. Και στην δεύτερη περίπτωση ήταν άυπνος και νηστικός και περίμενε το «μοτόρι».

Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από την εξάντληση δεν αισθανόμουν καλά. Φοβήθηκα να μη λιποθυμήσω και με δουν οι εργάτες. Για αυτό έκανα κουράγιο και πήγα πίσω από μια ντάνα ξύλα.

Σκέφτηκα προς στιγμήν να παρακαλέσω την Παναγία και αμέσως μετά είπα στον εαυτό μου: «Άθλιε, την Παναγία για το ψωμάκι την έχουμε;»

Και μόλις είπα αυτό, να η Παναγία και μου έδωσε ζεστό ψωμί και σταφύλι! Ε, από κει και πέρα μετά…

Κάποιος τον οποίον ο Γέροντας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, ακούγοντας την διήγηση, ρώτησε έκπληκτος:

-Καλά Γέροντα, μετά που έφαγες τις ρόγες του σταφυλιού, το κοτσάνι σου έμεινε στο χέρι;

-Και το κοτσάνι και τα ψίχουλα, απάντησε με έμφαση.

***

Κατά το σύντομο διάστημα της παραμονής του στην Ι. Μ. Φιλοθέου, δεν έπαυσε να σκέφτεται την έρημο. Αισθανόταν έντονη την επιθυμία για ησυχία.

Είχε συμφωνήσει με τον π. Φ. Φιλοθείτη να πάνε στα κατουνάκια να ασκητέψουν. Ο π. Παίσιος θα έκανε εργόχειρο ο π. Φ. θα το έδινε στα μοναστήρια και θα έπαιρνε παξιμάδι για να οικονομούνται. Αλλά μια νύχτα πριν σημάνει το τάλαντο για την Εκκλησία, ο Γέροντας χτύπησε την πόρτα του κελλιού του π. Φ. και του είπε ότι δεν είναι θέλημα Θεού να φύγουν. Ο π. Φ. του διηγήθηκε το εξής όνειρο που είδε: «Τρέχαμε στη στέγη της Μονής και, ενώ ήμασταν έτοιμοι να πηδήξουμε, μια μαυροφόρα γυναίκα μιας κράτησε από τη πλάτη και είπε ότι είναι γκρεμός και θα σκοτωθούμε. Έτσι και εγώ κατάλαβα ότι δεν επιθυμεί ο Θεός να πάμε».

Ο π. Παίσιος διηγήθηκε αργότερα ως εξής αυτό που συνέβη και τον έκανε να πάη αντί για τα Κατουνάκια στην Μονη Στομίου: «Έκανα προσευχή στο κελί μου. Ξαφνικά ακινητοποιήθηκα τελείως. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Ήταν αδύνατο. Μια αόρατη δύναμη με κρατούσε ακίνητο. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Έμεινα έτσι βιδωμένος για δυο-δυόμισι ώρες. Μπορούσα να προσεύχωμαι, να σκέφτωμαι, αλλά δεν μπορούσα να κινηθώ καθόλου. Ενώ βρισκόμουν σ΄ αυτή την κατάσταση είδα σαν σε τηλεόραση από τη μια μεριά τα Κατουνάκια και από την άλλη τη Μονή Στομίου στην Κόνιτσα. Εγώ με λαχτάρα γύρισα τα μάτια ου στα Κατουνάκια. Μια φωνή τότε –ήταν της Παναγίας- μου είπε καθαρά:

«Δε θα πας στα Κατουνάκια, θα πας στην Μονή Στομίου».  «Παναγία μου εγώ έρημο σου ζήτησα και συ με στέλνεις στο κόσμο;», είπα. Άκουσα ξανά την ίδια φωνή να μου λέη αυστηρά: «θα πας να συναντήσεις το τάδε πρόσωπο, (1) το οποίο θα σε βοηθήσει πολύ». Συγχρόνως κατά τη διάρκεια αυτού του θείου γεγονότος μου ήρθαν απαντήσεις σαν σε τηλεόραση σε πολλές απορίες που είχα. Αμέσως λύθηκα από εκείνο το αόρατο δέσιμο και πλημμύρισε η καρδιά μου από τη θεία χάρι. Μετά πήγα και το είπα στον Πνευματικό. «Αυτό είναι το θέλημα του Θεού» , μου είπε. Μη κάνεις όμως λόγο για το γεγονός. Πες πως για λόγους υγείας». –έβγαζα αίμα αυτή την εποχή- «θα χρειασθεί να βγεις από το Όρος και πήγαινε». Άλλο ήθελα εγώ, αλλά ο Θεός είχε το σχέδιο του. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ο κύριος λόγος ήταν για να βοηθηθούν οι ογδόντα οικογένειες που είχαν γίνει προτεσταντικές, να επιστρέψουν στην ορθοδοξία.

***

Στη Μονή Στομίου, δύο ευλαβείς γυναίκες από την Κόνιτσα, η κυρία Πόπη Μουρελάτου και η κυρία Πηνελόπη Μπσρμπούτη, βοηθούσαν στην καλλιέργεια του κήπου.

Ένα βράδυ, μετά το Απόδειπνο, πήγαν στον Ξενώνα και έπεσαν νωρίς να κοιμηθούν. Ξύπνησαν όταν άκουσαν να χτυπά το σήμαντρο.  Βγήκαν έξω από το δωμάτιο. Είδαν το Γέροντα να βγαίνη από το κελί του και μάλιστα τους είπε: «Ευλογημένες, δε σας είπα να μη χτυπάτε τη νύχτα το σήμαντρο»;

Με απορία απάντησαν ότι αυτές δεν έκαναν κάτι τέτοιο, και συγχρόνως βλέπουν μια γυναίκα να εξαφανίζεται μέσα στην Εκκλησία. Την είδαν από το πλάι, δηλαδή από τον ώμο και κάτω , το χέρι της και το μαφόριο. Ήταν η Παναγία, που η νυχτερινή επίσκεψη της αναγγέλθηκε με το αυτόματο χτύπημα του σημάντρου.

Ο Γέροντας, ενώ μέχρι τότε μιλούσε δυνατά, ύστερα από ευλάβεια και δέος έκανε σιωπηλά νόημα στις δύο γυναίκες να πάνε στο δωμάτιο τους, και ο ίδιος μπήκε στο κελί του.

***

Ο Γέροντας είδες στον ύπνο του ότι θα πήγαινε μακρινό ταξίδι και ετοίμασε τα χαρτιά του. Ήταν και άλλοι άνθρωποι και ετοίμαζαν και αυτοί τα δικά τους. παρουσιάστηκε τότε μια ωραία, μεγαλοπρεπής γυναίκα, ντυμένη στα χρυσά. Του πήρε τα χαρτιά, τα έβαλε στον κόρφο της και του είπε ότι αυτή θα τα τακτοποιήσει αλλά ακόμη δεν είναι καιρός να φύγη, είναι νωρίς. Προηγουμένως ο Γέροντας είχε προσευχηθεί:  «Παναγιά μου, το διαβατήριο και τα χαρτιά μου δεν είναι έτοιμα», με συναίσθηση ότι είναι ανέτοιμος να αναχωρήσει για την άλλη ζωή.

Όταν ύστερα από λίγο καιρό πήγε στα Ιεροσόλυμα, στη Γεσθημανή, με έκπληξη που διαπίστωσαν και οι συνοδοί του, αντίκρυσε στο πρόσωπο της εικόνας της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας την «Κυρία» που είχε δει στο όνειρο του. Έτσι συνειδητοποίησε ότι Αυτή που του παρουσιάστηκε ήταν η Παναγία και το μεγάλο ταξίδι ήταν η αναχώρηση απ΄ αυτήν την ζωή, αλλά ακόμη δεν ήταν η ώρα.

***

Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Την περασμένη Σαρακοστή [21 Φερ. 1985] παρουσιάστηκε ντυμένη στα άσπρα. Μου είπε ότι θα συμβούν πολλά στον κόσμο, γι΄ αυτό και να φροντίσω να πάρω…(κάτι που αφορούσε προσωπικά τον ίδιο)».

Φανερώθηκε κοντά στην Βορειοανατολική γωνιά της Καλύβης του. Όταν την είδε ο Γέροντας, είπε ταπεινά: «Παναγία μου, και ο τόπος είναι βρώμικος (2) και εγώ βρώμικος». Όμως έκτοτε ευλαβείτο και τον τόπο «ου έστησαν οι πόδες» της αχράντου Θεομήτορος. Ήθελε στο μέρος εκείνο να φυτέψη λουλούδια, για να μη πατιέται.

Στο Ωρολόγιο, στις 21 Φεβρουαρίου, σημείωσε κρυπτογραφικά το θαυμαστό αυτό γεγονός ως εξής: «Η Παναγία!10,30 πριν το μεσάν Ολόλευκα Άστραφ συγχωρ.»

1. το πρόσωπο αυτό ήταν η Αικατερίνη Ρούσση, μητέρα του Δημάρχου. «Ήταν αγία ψυχή», κατά το Γέροντα.

2. Ίσως επειδή μερικές φορές πετούσε εκεί κοντά φλούδες.

Από το βιβλίο: Ιερομόναχου Ισαάκ, Βίος Γέροντας Παΐσιου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος, 2004, σελ. 114, 142, 291, 296.



Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Η κυρά Φωτεινιώ και το Άκτιστο Φως , π. Αρσένιος Σιναΐτης





Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ…

Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα.

Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ ιδίαν.

Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ‘ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα ότι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμαι ότι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».

Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται ότι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισσά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.

Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν παιδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».

Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».

Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωί, πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.

Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρά-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός ότι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα ότι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.

Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι ότι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κάνα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «Έλα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο… Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»

Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Όχι» λέει, «τα άλειφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»


Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις…» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει…τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλομος κάτω.

Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροϊδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κάνα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανά δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.

Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπά-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπά-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.

Στο κατόπι όμως του παπά-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρομοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ΄ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμησε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της.

Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται». «Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από εκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το ΄κανες, κυρά-Φωτεινιώ»; Λέει: «Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδην για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; «Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε».

Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε…Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο…και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A! Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.

Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση…όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παράδεισο…Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα ότι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά ότι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου…Ούτε ο παπά-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπά-Γιάννης.

Ένας Δεσπότης… Μα τι Δεσπότης…Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα…Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμιά εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά…Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά». «Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου». «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ»; «Κοινώνησα παπά μου». «Κάηκες κυρά Φωτεινιώ»; «Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου : “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνεται να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπά-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά»; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.

Και λέω: «Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: «Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να ‘ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή»; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέει η κόρη μου: «Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο»; κι εγώ έμεινα… και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”.

Και απαντούσα στην κόρη μου: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μου λέγε με το μισό του στόμα: «Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς». Και έρχεται πίσω το παιδί…Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: «Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να ΄χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!

Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: «Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαΐτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα»; Κι εγώ απάντησα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!

Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παΐσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξέρω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.

Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».

Δημήτρια 2016

π. Αρσένιος Σιναΐτης




Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Όμως όλοι μας, έχουμε κάπου κοντά μας ή και επάνω μας, κάτι στο οποίο να πιστεύουμε ως Θεϊκό που μας προστατεύει. Αυτό μπορεί να είναι μια εικόνα της Παναγίας μας, η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Γεώργιος.




Γιάννης Ελαφρός
Αντισυνταγματάρχης (ε.α) Αεροπορίας Στρατού


Διανύουμε τον Αύγουστο, το μήνα της Παναγίας! Σε λίγες ημέρες θα γιορτάσουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, της προστάτιδας των Ενόπλων Δυνάμεων! Ορμώμενος από το πιο πρόσφατο κρεσέντο μίσους του κ. Πάγκαλου για τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας και την ταυτόχρονη αναφορά του σε προσευχές, μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό η προστάτιδα των Ενόπλων Δυνάμεων και μου γεννήθηκε η εξής απορία και αγανάκτηση μαζί: Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να βρίζει και ν’ απαξιώνει τους προστατευόμενους αυτού στον οποίο αμέσως μετά ο ίδιος προσεύχεται;

Συγκεκριμένα, σε ραδιοφωνικό σταθμό είπε ο κ. Πάγκαλος: «Ο στρατός του κ. Καμμένου είναι ατσαλάκωτος, δεν πάει πουθενά, δεν πάει στους σεισμούς, δεν πάει στις πυρκαγιές, δεν πάει πουθενά που μπορεί να εκτεθεί» και συνέχισε: «Κάνει μόνο παρελάσεις και παρουσιάσεις όπλων στον υπουργό». «Είναι στρατός οπερέτας, ενώνω τις ευχές μου, τις προσευχές μου με τις δικές σας να μην μας δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσουμε το αξιόμαχό του» κατέληξε ο κ. Πάγκαλος.

Κατ’ αρχάς, ο στρατός δεν είναι κανενός Καμμένου. Είναι της Ελλάδος, είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις του Έθνους. Αυτό το καταλαβαίνει και κάθε παιδάκι δημοτικού, με ή χωρίς κλήρωση σημαιοφόρου.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα λεγόμενα του πολιτικού που κυβέρνησε αυτή τη χώρα, θα ήθελα να σας αφηγηθώ μια από τις αρκετές προσωπικές ιστορίες της ατσαλάκωτης καριέρας μου στην οπερέτα των Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με τον παραπάνω κύριο:

Ήταν το 2005, ήμουν κυβερνήτης και αρχηγός σχηματισμού στα ελικόπτερα Απάτσι έχοντας τον βαθμό του Ταγματάρχη. Είχα τα καθήκοντα του Διοικητή Λόχου Επιθετικών Ελικοπτέρων και την ευθύνη για την οργάνωση αποστολών, πτήση και συντήρηση ελικοπτέρων Απάτσι και ελικοπτέρου Χιούι ως ελικοπτέρου υποστήριξης. Συνολικό κόστος του υλικού το οποίο χρησιμοποιούσα καθημερινά και για το οποίο λογοδοτούσα, γύρω στα 180 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς το κόστος των πυρομαχικών που κυμαίνεται γύρω στα 4 με 5 εκατομμύρια ανά ελικόπτερο. Από πλευράς προσωπικού είχα υπό τις διαταγές μου περίπου 30 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, ιπτάμενους και μηχανικούς. Αυτά τα γράφω για να καταλάβουν όσοι το διαβάσουν, τι ευθύνη κουβαλάει στους ώμους του ένας ατσαλάκωτος αξιωματικός της οπερέτας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα πάντα με τους πολιτικούς μας.
Σε μια εκπαιδευτική αποστολή λοιπόν, έπρεπε να απογειωθεί νύχτα ο λόχος μου από τη βάση μας στη Θεσσαλία κατευθυνόμενος σε αεροδρόμιο της Μακεδονίας. Οι νυχτερινές πτήσεις είναι οι πιο επικίνδυνες κυρίως λόγω των συνθηκών του σκότους. Όμως η εκπαίδευση, που κάνουν οι στρατιωτικοί των Ενόπλων Δυνάμεων όλων των χωρών του κόσμου σε καιρό ειρήνης, επιβάλλει την νυχτερινή πτήση αφού αυτή θα είναι κατά βάση και η επιχειρησιακή πτήση που θα πραγματοποιηθεί, σε περίπτωση απειλής.

Μόλις περάσαμε πάνω από τις ανατολικές παρυφές του Πήλιου, μπήκαμε στο Αιγαίο πέλαγος. Επόμενο σημείο στην πτήση μας, κάπου στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής. Έξω, απόλυτο σκοτάδι και ύψος πτήσης του σχηματισμού των ελικοπτέρων τα 1000 πόδια, δηλαδή περίπου 300 μέτρα. Η νυχτερινή πτήση στο Απάτσι γίνεται με μόνο εφόδιο το νυχτερινό σύστημα όρασης. Πρόκειται για σύστημα που προβάλει μια αχνή εικόνα με αποχρώσεις πράσινου-μαύρου-άσπρου στο δεξί μάτι, που μέσω της ανάλογης εκπαίδευσης καταλαβαίνει κανείς το τι αυτή μπορεί να απεικονίζει (θάλασσα, έδαφος, κατοικίες, περίγραμμα ανθρώπου). Το αριστερό μάτι αντικρίζει το απόλυτο σκοτάδι έξω από την καλύπτρα του ελικοπτέρου, αναμένοντας κάποιο φωτεινό αντικείμενο στο έδαφος για να βοηθήσει στη ναυτιλία και προσανατολισμό. Περίπου στα μισά της απόστασης για Κασσάνδρα, καταμεσής του Αιγαίου, ανάβει φως ένδειξης για πρόβλημα στο κιβώτιο μετάδοσης ισχύος και ταυτόχρονα αφή φωτός επικινδυνότητας (master caution) που σημαίνει πρόβλημα σοβαρό.


Απαιτούμενη ενέργεια για την συγκεκριμένη βλάβη; Άμεση προσγείωση. Άμεση προσγείωση που ακριβώς όμως, όταν βρίσκομαι πάνω από το Αιγαίο πέλαγος μέσα στην νύχτα; Όλα είναι απλούστερα στον εξομοιωτή, όταν ξέρεις ότι δεν κινδυνεύει η ζωή σου. Στον εξομοιωτή δοκιμάζεις και την προσθαλάσσωση με την ανάλογη διαδικασία που επίσης εκπαιδευόμαστε οι ατσαλάκωτοι και αντιπαραγωγικοί. Στην πραγματικότητα όμως, όταν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, δεν είναι απλό, ιδίως τη νύχτα. Αντιθέτως, πιθανώς να αποβεί μοιραίο για τους πιλότους και το ελικόπτερο. Έτσι, σε συνεννόηση με τον συγκυβερνήτη μου, εφόσον βλέπαμε αχνά τα φώτα μπροστά μας στην Κασσάνδρα, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε και να προσγειωθούμε στο πρώτο κατάλληλο για προσγείωση έδαφος που θα βρίσκαμε, εκτιμώντας ότι το ελικόπτερο θα αντέξει μερικά ακόμη λεπτά πτήσης έτσι ώστε τόσο να σώσουμε τους εαυτούς μας όσο και το ίδιο το ελικόπτερο. Ανάμεσα στα όργανα πτήσης, υπάρχει μια μικρή εικονίτσα της Παναγίας. Μέσα σε όλα που προσπαθούσα να παρακολουθώ, το βλέμμα μου έπεσε ασυναίσθητα και στη Παναγία μας.

Η αγωνία, το άγχος, οι σκέψεις μας ήταν μόνο στην αναζήτηση λύσης. Είπα στον υπόλοιπο σχηματισμό με τον νούμερο 2 επικεφαλής πια, να συνεχίσει την πορεία του προς τον τελικό προορισμό, ενώ έμεινε μαζί μου ένα ακόμη Απάτσι να με ακολουθεί ως το ζευγάρι μου και να γνωρίζει την ακριβή θέση μου, στην περίπτωση που δεν θα υπήρχε αίσια έκβαση.

Φτάνοντας στις ακτές της Κασσάνδρας υπήρχε μεν έδαφος αλλά όχι το κατάλληλο για προσγείωση, λόγω παντελούς έλλειψης φωτισμού και ύπαρξης πολλών εμποδίων όπως δέντρων και καλωδίων. Κάποια στιγμή, από εκείνες που μου φάνηκαν αιώνες, είδα με το αριστερό μου μάτι που βρισκόταν εκτός του νυχτερινού συστήματος οράσεως του ελικοπτέρου, ένα εντονότερο φως από τα άλλα, λίγο μακρύτερα και αριστερά μας. Κατευθυνόμενοι προς τα εκεί, τελικά ήταν στάδιο ποδοσφαίρου και το έντονο φως ήταν οι προβολείς του.

Με το ζευγάρι μου προσεγγίσαμε και είδαμε ότι διεξαγόταν ποδοσφαιρικός αγώνας και υπήρχαν και οπαδοί στις κερκίδες! Επειδή δεν βρίσκαμε άλλο κατάλληλο μέρος για προσγείωση και ο χρόνος πίεζε, αφού η βλάβη θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εξελιχθεί μοιραία, ξεκινήσαμε την προσέγγιση στο στάδιο. Γνωρίζοντας ότι το Απάτσι δεν είναι εύκολα ορατό τη νύχτα αλλά ούτε και ακούγεται παρά μόνο όταν είναι κανείς κοντά του, προσπάθησα και προσέγγισα αργά περνώντας ανάμεσα στους προβολείς του σταδίου και κάνοντας σχεδόν αιώρηση ώστε να γίνω ορατός και να ειδοποιήσω τους έκπληκτους παίχτες, ότι έχω την πρόθεση να προσγειωθώ. Όταν έφτασα πάνω από το τέρμα είχε ήδη διακοπεί το παιχνίδι και οι παίχτες είχαν βγει εκτός του σταδίου. Με όλα τα βλέμματα των θεατών πάνω μας συνεχίσαμε και προσγειωθήκαμε και τα 2 Απάτσι με ασφάλεια.

Μετά από λίγη ώρα ήρθε και το Χιούι με τους μηχανικούς, όπως προβλέπεται σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οποίοι επισκεύασαν τη βλάβη, επιθεώρησαν το αεροσκάφος και το ξημέρωμα απογειωθήκαμε για τον τελικό μας προορισμό. Πίσω μας αφήσαμε προσωρινά μόνο, 6 λακουβίτσες στο γκαζόν του σταδίου από τα ελαστικά των Απάτσι και σημάδια από τα σκι του Χιούι ως μοναδικά αποδεικτικά της παρουσίας μας εκεί, τα οποία και αυτά θα εξαφανίζονταν σε μερικές ώρες. Κανένας πέρα από την τοπική κοινωνία δεν κατάλαβε τίποτα. Μια απλή καθημερινή μέρα ατσαλάκωτων και αντιπαραγωγικών. Δεν το έχω ξαναγράψει το περιστατικό αυτό, ούτε καν το έχω διηγηθεί. Το κρατώ μέσα μου 12 χρόνια τώρα, όπως πολλά άλλα, γιατί θεωρώ ότι αυτή είναι η δουλειά μου και είμαι περήφανος γι’ αυτήν. Και θα συνέχιζα να το κρατώ μέσα μου, αν δεν υπήρχαν τόσο προκλητικά αισχροί άνθρωποι που δεν σέβονται κανέναν.

Η Παναγία πιστεύω πως μας βοήθησε εκείνη τη νύχτα. Όπως με βοήθησε και άλλες φορές που κινδύνεψα. Φυσικά, δεν φτάνει μόνο η βοήθεια της Παναγίας για τον επαγγελματία στρατιωτικό, αλλά και για κάθε επαγγελματία. Χρειάζεται να υπάρχει και ανάλογη κατάρτιση και μόρφωση. Μόνο οι ενσυνείδητα άεργοι των κομματικών στρατών και οι επαγγελματίες πολιτικοί δεν χρειάζονται επαγγελματική κατάρτιση, αφού ο νεποτισμός σε συνδυασμό με τις πομφόλυγες και τα φληναφήματα αρκούν για να πείσουν...

Το περιστατικό που σας ανέφερα ήταν ένα από εκείνα που σημάδεψαν την καριέρα μου και τη ζωή μου, χωρίς να είναι το μοναδικό. Μπορώ να σας διηγηθώ και άλλα, χρόνο να έχουμε. Είμαι σίγουρος πως συνάδελφοί μου στις Ένοπλες Δυνάμεις έχουν παρόμοια περιστατικά να αναφέρουν, είτε είναι στην αεροπορία, είτε στο στρατό ξηράς, είτε στο ναυτικό. Όλοι μας έχουμε δει και έχουμε νιώσει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την ένταση, την αδρεναλίνη να μας πλημμυρίζει παραπάνω από όσο πρέπει, την κακιά στιγμή να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής και να την αισθανόμαστε. Όμως όλοι μας, έχουμε κάπου κοντά μας ή και επάνω μας, κάτι στο οποίο να πιστεύουμε ως Θεϊκό που μας προστατεύει. Αυτό μπορεί να είναι μια εικόνα της Παναγίας μας, η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Γεώργιος.

Αντιληφθείτε το εσείς οι πολιτικοί δεινόσαυροι της τσάμπα ζωής:
Κανένας λογικός και έντιμος άνθρωπος δεν σας υπολογίζει πια. Έπαψαν οι χαραμοφάηδες να είναι της μόδας. Όσον αφορά τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, είναι ένα με την Ορθοδοξία και την Πολιτεία και δεν μπορείτε να εφαρμόσετε τον κοινωνικό αυτοματισμό. Δεν πιάνει το κόλπο. Πάλιωσε.

ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ !!!


 http://kranosgr.blogspot.gr

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Απολυτίκιο Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου - Θεοτόκιον


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ, Απομαγνητοφωνημένος λόγος του π. Γερασίμου Φωκά σε εκκλησία της Μεταμορφώσεως στα Καλλιγάτα Κεφαλονιάς





"Λαμψάτω, ὦ Φωτοδότα, καὶ ἐμοί τῷ ἁμαρτωλῷ τὸ φῶς Σου τὸ ἀπρόσιτον”
Ευχές για όλους και κυρίως για τους εορτάζοντες.

«Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα· ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε» (Ματθ. ιζ’ 5, Μαρκ. θ’ 7, Λουκ. Θ’ 35).

Αδελφοί μου, εορτάζουμε πάλι τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, και πρέπει να κάνει κανείς πολλά κηρύγματα, πολλές αγρυπνίες, πολλές ακολουθίες για να μιλήσει για το Άκτιστο Φως που είναι το Φως της Μεταμορφώσεως. Θα πούμε πολύ λίγα πράγματα απόψε εμείς. Θα θυμηθούμε τρεις ανθρώπους που είχαν άμεση σχέση με τη Μεταμόρφωση. Θυμάστε τι λέει το Άγιο Ευαγγέλιο, ότι ανέβηκε ο Θεός, ο Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός εις το Όρος Θαβώρ και πήρε μαζί του τρεις μαθητάς, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη "καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς". Και μαζί με τον Κύριο ήταν ο Μωυσής και ο Ηλίας μετ' αυτού συλλαλούντες. Και όταν είδε αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτή τη λαμπρότητα, αυτή την αγαλλίαση, αυτή τη χαρά ο Πέτρος, ορμητικός όπως ήτανε, είπε στο Χριστό: “ῥαββί, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι, καὶ ποιήσωμεν τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωϋσεῖ μίαν καὶ Ἠλίᾳ μίαν”. Καλό είναι να κάτσουμε εδώ και να βλέπουμε την δόξα αυτή, και να απολαμβάνουμε και να θαυμάζουμε και να χαιρόμεθα.

Αδελφοί μου, πέρασαν τα χρόνια. Ιδρύθηκε η Εκκλησία του Χριστού, θεμελιώθηκε πάνω στο αίμα των μαρτύρων, στων οσίων τα δάκρυα και ανά τους αιώνες πάρα πολλοί άνθρωποι, εκατομμύρια άνθρωποι θέλησαν να δουν αυτό το Φως, το Φως το Θαβώριο, που δεν έχει δύση, είναι άδυτο, που δεν έχει εσπερινό, είναι ανέσπερο, είναι το Φως του Χριστού, τό "Φῶς Χριστοῦ (που) φαίνει πᾶσι", είναι το Φως το αναστάσιμο, το Φως το ιλαρόν, το Φως το Θαβώριο, το Φως της Πεντηκοστής, το Φως του Σινά. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ένας πλούσιος πρίγκηπας, με πατέρα συγκλητικό, τον Κωνσταντίνο Παλαμά, του Ανδρόνικου Παλαιολόγου υπασπιστή, πολύ πλούσιο. Και το παιδί γεννήθηκε μες στα παλάτια και μες στις δόξες, αλλά κατάλαβε πως δεν χορταίνεις μόνο με φαϊ, θέλεις να φας και κάτι άλλο, πιο δυνατό. Πήγε στο Πανεπιστήμιο για γνώση, νόμιζε πως θα χορτάσει από εκεί, αλλά και πάλι κατάλαβε πως δεν χορταίνει ούτε με πτυχία, ούτε με ντοκτορά, ούτε με γνώση. Και τι έγινε, αδελφοί μου, το παιδί αυτό, αυτός ο πρίγκηπας;

Έφυγε, άφησε το σπίτι του, τα πλούτη του, τις δόξες του και πήγε σε ένα πανεπιστήμιο άλλο που λέγεται Άγιον Όρος και εκεί είναι τροφός και μήτηρ και γιατρός και κυβερνήτης η Παναγία μας. Και έπεσε στα πόδια της και της είπε: “Παναγία μου θέλω να χορτάσω την ψυχή μου, όχι μόνο με φαϊ και με γράμματα και με δόξα. Θέλω να χορτάσω την ψυχή μου”. Και η Παναγία τον εφώτισε και πήγε στη Μεγίστη Λαύρα στο Άγιον Όρος. Μέχρι σήμερα, αδελφοί μου, υπάρχει το σπήλαιο όπου αγίασε ο άνθρωπος αυτός που λέγεται Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο πιο μεγάλος θεολόγος της εποχής του 1300. Και ξέρετε, αδελφοί μου, τι έκανε ο άνθρωπος αυτός; Ό,τι δεν κάνουμε όλοι εμείς, πρώτος εγώ. Έκανε μια πολύ σπουδαία δουλειά. Έκατσε σιγά σιγά ο ευλογημένος, μέρα μέρα, μήνα μήνα, χρόνο χρόνο να κοιτάξει την ψυχή του, να κοιτάξει τον εαυτό του, να κοιτάξει την καρδιά του. Και όταν είδε ο Άγιος τι χάλια είχε μέσα του, τι θηρία είχε μέσα του, λιοντάρια, ύαινες, φίδια --σκέψου εμείς τι θα έχουμε -- σκέψου εγώ τι θα έχω, ολόκληρο ζωολογικό κήπο. Και όταν είδε όλα αυτά, έπαθε πανικό. Εφοβήθηκε ο άνθρωπος όταν είδε τι χάλια είχε μέσα του. Μακάρι να το δούμε κι εμείς, όλοι μας, πρώτος εγώ. Βγήκε έξω στα λαγκάδια και φώναζε στον Χριστό: “Κύριε, φώτισόν μου το σκότος”, έτσι φώναζε, “Χριστέ μου, φώτισε μου το σκότος”. Και τον εφώτισε ο Θεός.

Υπάρχει και ένας άνθρωπος τρίτος στην παρέα απόψε. Θα τον κουβεντιάσουμε κι αυτόν τον τρίτο. Σ' αυτό μοιάζουμε, νομίζω, όλοι. Όταν κατέβαινε, αδελφοί μου, ο Χριστός από το όρος Θαβώρ, μετά τη Μεταμόρφωση, με τους τρεις Αποστόλους, βρήκε κάτω στους πρόποδες του βουνού την καθημερινότητα. Επάνω στο Θαβώρ ήτανε ο Μωυσής και ο Προφήτης Ηλίας, ήταν Αυτός Μεταμορφούμενος, ήταν το Άκτιστο Φως και η Αγία Τριάδα, ήτανε η χαρά, η αγαλλίαση, η ευφροσύνη και κάτω ήταν η καθημερινότητα, που σημαίνει τραγωδία, που σημαίνει πόνος, που σημαίνει εκμετάλλευση, που σημαίνει συμφέρον, που σημαίνει αρρώστια, που σημαίνει θάνατος. Ποιοι ήτανε κάτω; Οι μαθητές οι υπόλοιποι, τρεις είχανε πάει πάνω, οι άλλοι εννιά ήτανε κάτω με ένα πατέρα δυστυχισμένο, τρισδυστυχισμένο, που είχε ο καημένος ένα παιδί, ένα αγόρι είχε δαιμονισμένο. Ήτανε κάτω εκεί και σπάραζε. Έχουμε δει εμείς πολλές φορές στον Άγιο Γεράσιμο τέτοια πράγματα, έχουμε ζήσει τραγωδίες τέτοιες. Και όταν πήγε ο Χριστός με τους μαθητές Του κάτω, Του είπε: “Ει δύνασαι, βοήθει μοι”. Έτσι είμαστε κι εμείς, νομίζω. Ούτε σαν τον Πέτρο είμαστε, ούτε σαν τον Παλαμά. Είμαστε σαν εκείνο τον πατέρα, που έχουμε ανάγκες όλοι, έχουμε προβλήματα όλοι, έχουμε πληγές όλοι, έχουμε αδιέξοδα όλοι, αλλά είμαστε σαν εκείνο τον πατέρα, ολιγόπιστοι οι καημένοι. “αν μπορείς, βοήθα με”. Φωνάζουμε τον Χριστό, «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τη απιστία» .. .

Ξέρετε, αδελφοί μου, ποια είναι η απάντηση και στον Πέτρο, θυμάστε που είπε ο Πέτρος “καλά είναι να μείνουμε εδώ”, “καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι”, και στον Παλαμά που φώναζε “Κύριε φώτισόν μου το σκότος” και στον πατέρα που έλεγε “ το παιδί μου είναι άρρωστο, κάνε μου το καλά, δεν έχω ελπίδα, εσένα έχω”. Ξέρετε, αδελφοί μου, ποια είναι η απάντηση και στους τρεις;
Η απάντηση, αδελφοί μου, ήρθε και μακάρι να ανοίξουμε τα αυτιά μας να την ακούσουμε. Η απάντηση ήρθε από τον Ουρανό. Η απάντηση ήρθε ως βροντή, ήρθε ως φωνή υδάτων πολλών, είναι η φωνή που φωνάζει από πάνω και λέει χιλιάδες χρόνια τώρα, είναι ο Πατήρ που φωνάζει και λέει: «Οὗτος ἐστίν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Αὐτοῦ ἀκούετε».

Το άκουσε ο Πέτρος και ακολούθησε τον Χριστό, και μαρτύρησε, τι άλλο να κάνει; Και του έκοψαν το κεφάλι στη Ρώμη και σήμερα έχει “τας κλεις του Παραδείσου”. Το άκουσε ο Παλαμάς, το άκουσε σοβαρά, υπεύθυνα, ανεπιστρεπτί και σήμερα είναι στην Θεσσαλονίκη μαζί με τον Άγιο Δημήτριο, ακοίμητοι φρουροί και το Άγιο Λείψανό του θαυματουργεί. Το άκουσε κι ο πατέρας κι έγινε το παιδί του καλά.

Αδελφοί μου, όλοι μας έχουμε ανάγκες, όλοι μας έχουμε δίψα πνευματική, όλοι μας, όλοι μας έχουμε πείνα και θέλουμε να φάμε και να χορτάσουμε όχι μονάχα φαϊ και γράμματα και γνώσεις και ηδονές. Το ξέρουμε ότι όλα αυτά είναι ξυλοκέρατα. Ας ακούσουμε, αδελφοί μου, ας ακούσουμε τη φωνή που φωνάζει: «Οὗτος ἐστίν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Αὐτοῦ ἀκούετε» Αν ακούσουμε, θα αλλάξουμε ζωή.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ




Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Στις 31 Ιουλίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του Αγίου και Δικαίου Ευδοκίμου.  Ο Άγιος Ευδόκιμος  δικαίως έχει επικληθεί  και Δίκαιος, και καθώς ψάλλομε ‘’Παντός Δικαίους μνήμη μετ’ εγκωμίων γίνεται’’.

Ο Άγιος Ευδόκιμος  καταγόταν από την Καππαδοκία και έζησε τον 8οαιώνα,  τα χρόνια που στην Κωνσταντινούπολη ήταν αυτοκράτορας ο Θεόφιλος (829-842), πους ως γνωστό ήταν εικονομάχος.  Παρόλο που ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος τον τίμησε με το υψηλό στρατιωτικό αξίωμα του στρατοπεδάρχη, ο Άγιος Ευδόκιμος  δεν συγκατένευσε στην πλάνη της εικονομαχίας, αλλά παρέμεινε Ορθόδοξος, για τούτο   ψάλλομε «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα, συ εκ νεότητος έσχηκας».

Στον α΄ Κανόνα, στην ορθρινή Ακολουθία του Αγίου ψάλλομε «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα, συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον, και ευσυμπάθητον γνώμην αξιάγαστε.  Ου σύγχυσις κοσμική ουκ αρχής επικράτεια, ου δόξα επίκηρος, σου τον προς Κύριον έρωτα, ήμβλυνε Ευδόκιμε, αλλ’ ευδοκιμήσας όντως θείαις πράξεσιν.  Υψούμενος ταις ενθέοις μελέταις εκάστοτε, εχθρόν εταπείνωσας, και ιαμάτων ενέργειαν, είληφας Ευδόκιμε, κρίει δικαία του τα πάντα διευθύνοντος.  Σταλάζουσα γλυκασμόν η σορός των λειψάνων σου, πλουσίων ιάσεων, πάθη καθαίρει Ευδόκιμε, πίστει των τιμώντων σε, και καταφλέγει δαιμόνων πάσας φάλαγγας». Παρατηρούμε την Ορθόδοξη ισορροπία της εν Χριστώ ζωής, όπου η πνευματική ζωή συνηγορεί στον της Πίστεως αγώνα.

Οι γονείς του Αγίου, ο Βασίλειος και η Ευδοκία, ήταν πλούσιοι και ευσεβείς.  Ο Άγιος Ευδόκιμος ήταν πολύ ελεήμων και πολύ φιλάνθρωπος.  Παρόλο το μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα του στρατοπεδάρχη, ο Άγιος Ευδόκιμος  παρέμεινε ταπεινός.  Στα Στιχηρά του Αγίου ψάλλομε, «Η ελεήμων καρδία και ευσυμπάθητος, ο της αγάπης λύχνος, ορφανών ο προστάτης, γυμνών και πενομένων ο σκεπαστής, σωφροσύνης το άγαλμα, των εντολών του Κυρίου ο πληρωτής, ευφημείσθω νυν Ευδόκιμος», γιατί όντως ήταν «ελεήμων καρδία και ευσυμπάθητος», «της αγάπης λύχνος» και «ορφανών ο προστάτης, γυμνών και πενομένων ο σκεπαστής».   Δεν θα αναφέρω το σύνηθες για κάποιους, ‘’αν και λαϊκός άγιασε’’,  καθότι τούτο δεν είναι εκκλησιολογικώς ορθό.

Και όπως αναφέρεται και στην Ακολουθία του, το Άγιο λείψανό του επιτέλεσε θαύματα πολλά. «Σταλάζουσα γλυκασμόν η σορός των λειψάνων σου, πλουσίων ιάσεων», ψάλλομε στην Ακολουθία του Αγίου.  Μέρος των λειψάνων του Αγίου Ευδοκίμου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.  Την Αγία Εικόνα του, καθότι Καππαδόκης ο Άγιος,  που έφεραν οι Μικρασιάτες κατά τον ανελέητο διωγμό του 1922, την τοποθέτησαν σε μικρό παρεκκλήσι στη Μυτιλλήνη.

«Υψηλόν τον βίον εσχηκώς, και ταις αναβάσεσι, ταις θεϊκαίς ολολαμπής γενόμενος, φωτισμόν μοι αίτησαι, ευφημούντι σου, τα σεπτά προτερήματα, οις ευδόκησας, έτυχες ων ήλπισας Ευδόκιμε» (Κανών του Αγίου, Εις τον όρθρον, Ωδή α΄).




Ο Άγιος Ευδόκιμος ο Δίκαιος

(ιστορική εικόνα του Αγίου Ευδοκίμου που έφεραν οι μικρασιάτες από απέναντι στη Μυτιλήνη....
...βρίσκεται στο ομώνυμο παρεκκλήσιο στο πάρκο του Αγίου Ευδοκίμου στη Μυτιλήνη)

Μεγαλυνάριον

Εὐδόκιμος πέφηνας τῷ Θεῷ, ἐν δικαιοσύνῃ,

τὸν σὸν βίον διαδραμών.

Ὁ λαθών γὰρ ἔσχες ἐγνώσθη μετὰ τέλος,

Εὐδόκιμε θεόφρον, πρὸς θείαν αἴνεσιν.   



Ο Άγιος Ευδόκιμος, ο θαυμαστός, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Θεοφίλου του Εικονομάχου (829-842 μ.Χ.) και καταγόταν από την Καππαδοκία.  Ο πατέρας του Βασίλειος και η μητέρα του Ευδοκία ήταν ευσεβείς Χριστιανοί και τον ανέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου».  Είχαν πολλά πλούτη και ήταν ένδοξοι και περιφανείς, διότι ο πατέρας του έφερε το αξίωμα του πατρικίου.

Ο Ευδόκιμος, αν και καταγόταν από τόσο ξακουστό γένος, δοξαζόταν  περισσότερο και θαυμαζόταν για τις αρετές του και τα χαρίσματά του. Παρά το γεγονός ότι ήταν νέος ένδοξος και αξιωματούχος, από γονείς ευγενείς μέσα στην κοινωνία, ωστόσο διαβιούσε ζωή ενάρετη και με άκρα σωφροσύνη, αντιτασσόμενος στα κελεύσματα του πονηρού.

Όσον αφορά τη μόρφωσή του, ο ίδιος ευλογημένος από το Θεό, καταγινόταν αδιαλείπτως στην ανάγνωση των θείων Γραφών και ευφραινόταν η τρισόλβια ψυχή του, ακολουθώντας το: «ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγια σου Κύριε, ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον ἐν τῷ στόματί μου». Η κύρια απασχόλησή του ήταν να πηγαίνει στους ιερούς Ναούς, να ακούει τις ιερές ακολουθίες και τα θεία λόγια.  Ιδιαίτερα και μετά φόβου αγωνιζόταν να γίνει «Ναός καθαρός Θεού ζώντος», όπως λέει και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος. Πολλές φορές τον παρακινούσαν οι συνομήλικοί του να πηγαίνουν σε διασκεδάσεις και απολαυστικές διατριβές, αλλά ο αοίδιμος Άγιος Ευδόκιμος μόνη ευχαρίστηση και τρυφή είχε τη μελέτη των ψυχωφελών βιβλίων.

Η σωφροσύνη και η καθαρότητα, η τιμιότερη όλων των άλλων αρετών, η οποία κάνει ισάγγελο τον άνθρωπο χαρακτήριζαν τον Ευδόκιμο, τόσο που μπορούσε να λέει ότι: «Ποτὲ δὲν ἠκολούθησεν ἡ καρδία μου εἰς τὸν ὀφθαλμόν μου». Το σπουδαιότερο είναι ότι αποφάσισε ο πάνσεμνος να μη βλέπει γυναικείο πρόσωπο καθόλου, όσο θα βρισκόταν στην παρούσα ζωή. Έτσι εκτός της μητέρας του, άλλη γυναίκα ή παρθένα ούτε κοίταξε στο πρόσωπο, ούτε μίλησε. Ήταν επίσης ελεήμων, τόσο ώστε να τρέφεται η ψυχή του από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ακόμα και αυτά που είχε ανάγκη για να ζήσει, τα χάριζε στους φτωχούς. Όχι μόνο χρήματα, αλλά και ό,τι άλλο χρειάζονταν.  Βοηθούσε τόσο πολύ τους ενδεείς, ώστε και αν ακόμη ήταν ανάγκη να πουληθεί ως σκλάβος ο ίδιος για να ελευθερωθεί άλλος, θα το έπραττε με χαρά. Διότι ήξερε ο μακάριος ότι ο καρπός της αγάπης είναι η ελεημοσύνη. Για αυτό ήθελε και έγινε αληθινός πατέρας των ορφανών, κυβερνήτης των χηρών, ενδυμασία των γυμνών, χορτασμός των πεινασμένων, παρηγοριά των λυπημένων.

Λόγω των αρετών του αξιώθηκε να τιμηθεί από το βασιλιά Θεόφιλο με το αξίωμα του «Κανδιδάτου». Διορίστηκε στρατοπεδάρχης της Καππαδοκίας και έπειτα των Χουρσιανών. Όμως ως φρόνιμος οικονόμος δε μεταχειριζόταν τη θέση του για να αποκομίσει τιμή και δόξα. Αντίθετα ήταν ταπεινός, όλη δε η επιμέλεια η φροντίδα του ήταν στο να κυβερνά μικρούς και μεγάλους με οσιότητα και δικαιοσύνη, για αυτό και αποκλήθηκε δίκαιος. Και ήταν έτοιμος να θυσιάζει και την ψυχή του για τον υπήκοό του.

Ο Άγιος Ευδόκιμος υπήρξε τέλειος Χριστιανός. Άνθρωπος της ορθής πίστης και της θυσίας. Στην αγάπη του πλησίον αμίμητος, για την οποία απέφευγε τον εγωισμό και την καταλαλιά.  Ο ίδιος φυλασσόταν από την κατάκριση και εμπόδιζε και τους άλλους να κατακρίνουν και να λυπούν τον πλησίον. Δίδασκε ακόμη ότι ο καθένας πρέπει να μάθει περισσότερο να ακούει, παρά να μιλά. Με την άψογη αυτή διαγωγή του χρημάτισε σκεύος εκλογής και δάσκαλος και με λόγια και με έργα. Τύπος και παράδειγμα και ζώσα εικόνα σε εκείνους, οι οποίοι τον συναναστρέφονταν, μέχρι το τέλος της παρούσας ζωής. Κοιμήθηκε οσιακά στην Καππαδοκία, αφού έζησε τριάντα τρία χρόνια, νέος στην ηλικία,  αλλά πρεσβύτατος στη σύνεση και τη γνώση.

Όταν γνώρισε το τέλος του ο δίκαιος Ευδόκιμος δεν ταράχτηκε, γιατί όλη του η ζωή ήταν μια μελέτη θανάτου. Αυτό που τον λυπούσε ήταν ότι η μητέρα του ήταν μακριά και δε θα βρισκόταν κοντά του στην αναχώρησή του για τους ουρανούς. Όταν πλησίασε η τελευταία ώρα ήρθαν πολλοί άνθρωποι να τον επισκεφθούν, αφού τους μίλησε για τη μνήμη και το μυστήριο του θανάτου, τους όρκισε στο Θεό να τον ενταφιάσουν με τα ίδια ενδύματα, που φορούσε. Κατόπιν έκανε νεύμα και αφού βγήκαν όλοι έξω, άρχισε να προσεύχεται προς το Θεό, λέγοντας: «Κύριε ὁ Θεός μου, καθὼς δὲν ἠθέλησα ἔτι ζῶν νὰ φανῆ ἡ πολιτεία μου, οὕτω παρακαλῶ καὶ ἡ τελευτή μου νὰ γίνη χωρὶς καμμίαν χάριν, οὔτε νὰ θαρρήση τίς, ὅτι σοι εὐηρέστησα». Έπειτα λέγοντας το «εἰς χεῖρας σου παραδίδω Κύριε τὸ πνεῦμα» ανήλθε η ψυχή του στους ουρανούς το έτος 829 μ.Χ.  

Οι γονείς του λυπήθηκαν όταν έμαθαν για την κοίμηση του Αγίου, ωστόσο παρηγορούνταν με τα θαύματα που έκανε. Η μητέρα του φλεγόμενη από το πάθος της φιλοτεκνίας, δεν υπολόγισε το μακρινό ταξίδι, ούτε συλλογίστηκε τους κόπους και τους κινδύνους της οδοιπορίας, αλλά κίνησε με μεγάλη προθυμία και πήγε στον τάφο του αγιοτάτου παιδιού της. Βλέποντας εκεί το πλήθος που προσερχόταν με ευλάβεια και τα θαύματα που γίνονταν από το ιερό εκείνο μνήμα, όπου δαιμονιζόμενοι και από άλλα πάθη πάσχοντες θεραπεύονταν ταχύτατα, έπεσε και αγκάλιασε τον τάφο του γιου της με δάκρυα στα μάτια.  Συγκλονισμένη συνέπλεξε το θρήνο για την απώλεια μαζί με τον έπαινο για το Άγιο παιδί της. 

Όταν σήκωσαν την πλάκα από το μνήμα και έβγαλαν έξω τη λάρνακα, όπου κειτόταν το ιερό λείψανο, δεκαοχτώ μήνες μετά την κοίμηση του Αγίου, φάνηκε το θαύμα. Το λείψανο δεν είχε υποστεί καμία αλλοίωση ή μεταβολή. Το πρόσωπο ήταν άφθαρτο και δεν είχε επέλθει σήψη σε κάποιο μέρος του σώματός του. Αντίθετα το πρόσωπο ήταν φαιδρό, χαριέστατο με όλους τους χαρακτήρες αμετάβλητους. Ακόμα και τα ενδύματά του είχαν παραμείνει αναλλοίωτα και άφθαρτα. Επιπλέον το σώμα και τα ενδύματα ανέδιδαν μια θαυμάσια ευωδία.

Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο σημείο ένας Ιερομόναχος, με το όνομα Ιωσήφ, ο οποίος έλαβε το ιερό λείψανο για να το σηκώσει όρθιο. Μόλις το αγκάλιασε στάθηκε όρθιο, σαν να ήταν ζωντανό. Εκείνος από το φόβο του έπεσε μπροστά στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσε, σαν να ήταν εν ζωή να αφήσει να πάρουν τα ενδύματά του για ευλογία. Έτσι άρχισε πρώτα και αφαίρεσε το χιτώνα και του φόρεσε άλλον. Έπειτα έβγαλε από τα πόδια του εκείνα, που φορούσε, με τόση ευκολία, ώστε φαινόταν σαν να βοηθούσε και ο ίδιος ο Άγιος σε αυτό. Ύστερα, αφού έντυσε το ιερό σκήνωμα κανονικά, το τοποθέτησε με σεβασμό δοξάζοντας με τους παρευρεθέντες το Θεό «τὸν δοξάζοντα τοὺς Αὐτὸν ἀντιδοξάζοντας».  

Μόλις φανερώθηκε το  άφθαρτο σώμα του Αγίου Ευδοκίμου έφριξαν οι δαίμονες και έφευγαν «ὡς ὑπὸ ἀστραπῆς διωκόμενοι», καθώς το είδαν «ἐν δόξῃ ἁγιότητος ἀπαστράπτον». Η μητέρα του Αγίου θέλησε να μεταφέρει το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, όμως οι εντόπιοι δεν το επέτρεψαν. Μετά από καιρό ο Ιερομόναχος Ιωσήφ έκλεψε το θησαυρό, χωρίς να τον πάρουν είδηση οι εντόπιοι. Ωστόσο φανερώθηκε από το μύρο που έσταζε και τα θαύματα που γίνονταν καθοδόν. Θαυματουργώντας ο αοίδιμος Άγιος αποδόθηκε στους γονείς του ως δώρο πολύτιμο. Και η θεοφιλής μητέρα του με πολύ πόθο έφτιαξε αργυρή θήκη για το ιερό λείψανο, το οποίο κατέθεσε στον περικαλλή Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη, που είχε κτίσει νωρίτερα και όπου έγινε η μετακομιδή την 6η Ιουλίου.  Και εκεί γίνονταν καθημερινά πολλά θαύματα. Τόση μεγάλη χάρη έλαβε ο Άγιος Ευδόκιμος από το Θεό για την υπερβολική δικαιοσύνη και ελεημοσύνη του. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του την 31η  Ιουλίου.


Πηγή υλικού


Βίοι Αγίων, Ο Άγιος Ευδόκιμος, Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος «Απ. Βαρνάβας»

http://www.romiosini.org.gr/

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ο Δημήτριος Παναγόπουλος μιλά για την ζωή του





Ομολογίες του αειμνήστου Δημητρίου Παναγοπούλου για την «προ Χριστού» ζωή του

* Ο Θεός έκανε σκανδαλωδώς έλεος σε μένα, διαφορετικά θα είχα ταρταρωθεί εδώ και καιρό. Έπρεπε στα χρόνια της κατοχής και στο Αλβανικό μέτωπο, να είχα πεθάνει 7 φορές. Εντούτοις, ακόμα ζω, όχι εξαιτίας της δικής μου δικαιοσύνης, αλλά εξαιτίας του ελέους του Θεού, γιατί γνώριζε, ότι θα επιστρέψω και θα μετανοήσω και με προστάτευε, για να μπορέσω έτσι να σωθώ και να μην πάει χαμένο το ποσοστό αίματος που έχυσε ο Χριστός και για την δική μου ψυχή.

* Είχα ένα μεγάλο πάθος στα νεότερα χρόνια μου, το πάθος της χαρτοπαιξίας. Καθόμουνα από το Σάββατο το βράδυ στο τραπέζι να παίξω χαρτί και σηκωνόμουνα την Τετάρτη το βράδυ. 4 μερόνυχτα, συνεχόμενα, έπαιζα τράπουλα, τέτοιο πάθος είχα! Καθόμουνα να κερδίσω, με κάθε μέσο, έστω και με κομπίνα, δεν πάει να ήτανε και ο Ωνάσσης στο τραπέζι! Ήμουν ένας λωποδύτης. Έμενα νηστικός για το χαρτί. Πού ένας τέτοιος άνθρωπος, να πάει στην Εκκλησία!

* Άμα επιτρέψει ο Θεός και γράψω ένα βιβλίο για την μετάνοιά μου και το πώς επέστρεψα στο Χριστό, πιστεύω, ότι τέτοια περίπτωση παγκοσμίως δεν θα υπάρχει. Ένα μόνο θα σας πω, (αν και μου είναι δύσκολο) για να σας ωφελήσω και να σας ενδυναμώσω την πίστη σας.
Μου παρουσιάστηκε ο Άγιος Δημήτριος και μου είπε: Δεν έχεις δικαίωμα, να διατηρείς το όπλο σου στο οπλοστάσιο και να μην το χρησιμοποιείς! Όπλο, εννοούσε ο Άγιος, το λόγο μου. Και εγώ τον λόγο μου, τον χρησιμοποιούσα για κουβέντες και για αστεία. Η αποκάλυψη αυτή του Αγίου Δημητρίου, με έκανε κατά 70% να επιστρέψω στην Ορθοδοξία και να είμαι σήμερα αυτός που είμαι.

* Στη νεαρή μου ηλικία, όταν ερχόμουνα τα ξημερώματα στο σπίτι από τις ατασθαλίες μου, με έλεγε η μητέρα μου:
Μα φτερό σαν τα μυρμήγκια έκανες;
Πού να την καταλάβω! Αυτά με έλεγε ο κόσμος και οι άνθρωποι γύρω μου, οι «καλοθελητές», αυτά με έλεγε η σάρκα μου, αυτά με έλεγε ο εγωισμός μου και αυτά έκανα. Και έτσι της έκλεινα την πόρτα κατάμουτρα. Έβλεπα τα πράγματα διαφορετικά από τη μάνα μου. Είχα παχύ σκοτάδι. Δεν βρέθηκαν άνθρωποι να μου μιλήσουν, να με πουν μία κουβέντα, στον κόσμο που βρισκόμουν. Όλοι με οδηγούσαν στο κακό. Τώρα το πώς γύρισα και επέστρεψα στο δρόμο του Θεού, μόνο ο Θεός το ξέρει. Δεν μπορεί να βρεθεί έστω και ένας, που να έρθει και να μου πει:
 Δημήτρη εγώ ήρθα να σε μιλήσω, εγώ σε βοήθησα και σε είπα μία καλή κουβέντα για το καλό σου!
Κανένας δεν βρέθηκε, αλλά πώς τα οικονόμησε ο Θεός! Άμα υπάρχει καλή προαίρεση μέσα στον άνθρωπο, δεν δυσκολεύεται ο Θεός να τον βγάλει με τον τρόπο Του από το σκοτάδι στο Φως. Δεν δυσκολεύεται ο Θεός από τις αμαρτίες μας, απλά ζητάει να του επιτρέψουμε να μας λύσει τα χέρια. Μεγάλη υπόθεση να διαφωτίσεις το σκοτάδι κάποιου συνανθρώπου σου!
Οι άνθρωποι που βοηθούν το έργο του Θεού, με το να φέρνουν διαφωτίζοντας-νουθετώντας ανθρώπους στο δρόμο του Θεού, ο Θεός θα τους κατατάξει σε ειδική θέση μέσα στον παράδεισο. Έχω προσωπικά δεδομένα σε αυτό το θέμα, αλλά παραπάνω δεν μπορώ να σας πω.

* Εργαζόμουνα στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιά. Μια μέρα, βγήκα έξω από τα γραφεία για να πάρω αέρα και βρήκα έναν τυφλό, ο οποίος πουλούσε λαχεία. Κρατούσε τα λαχεία στο χέρι και φώναζε:
Λαχεία! Λαχεία! Δεν φώναζε τυχερά λαχεία,όπως φωνάζουν κάποιοι άλλοι (αφού είναι τυχερά, γιατί πουλάς την τύχη σου, τους λένε πολλοί). Πλησίασα τον μπάρμπα Διονύση και του λέω:
Να πάρω ένα τυχερό λαχείο; Αμέσως μόλις άκουσε αυτά τα λόγια μου, τραβήχτηκε προς τα πίσω και έκρυψε τα λαχεία του. Και μου λέει:
 Τύχη δεν υπάρχει! Υπάρχει μόνο πίστη και ελπίδα στο Θεό! Αυτά ήταν τα λόγια του. Εγώ τότε ήμουν άνθρωπος του γλυκού νερού και όχι πραγματικός Χριστιανός. Όταν όμως γύρισα το 1950 στην Εκκλησία, τότε θυμήθηκα τα λόγια του μπάρμπα Διονύση, πόσο δίκαιο είχε. Και το βλέπω μέχρι σήμερα, ότι το χέρι του Θεού είναι εκείνο που οδηγεί τους ανθρώπους, αυτό που πολλοί σήμερα ονομάζουν τύχη.

* Γνώρισα κάποτε μια καλόγρια, η οποία είχε θείο έρωτα. Αυτή η καλόγρια με βοήθησε με τον τρόπο της, ώστε το 1951 να επιστρέψω στο δρόμο του Θεού. Η καλόγρια αυτή, όταν έλεγε τη λέξη Χριστός, έτρεχαν ουρές δακρύων από τα μάτια της, σαν να άνοιγε κάποιος από μέσα της μια βρύση. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό το πράγμα σε άλλον άνθρωπο (το είδα και στον γέροντα Ιερώνυμο της Αίγινας). Η καλόγρια αυτή με έλεγε χαρακτηριστικά:
Να ‘ξεραν οι άνθρωποι, Δημήτρη μου, πόσο πολύ μας αγαπάει ο Χριστός!!! Και τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα!!! Εμείς δεν έχουμε τέτοια πράγματα και το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι, αν χτύπησε η τρίτη καμπάνα για να πάμε τελευταία στιγμή στην Εκκλησία.

* Όταν πήγα να εφαρμόσω, το «αγαπήστε τον εχθρό σας», ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να το εφαρμόσω. Μου ήταν αδύνατο και ας έλεγε το Ευαγγέλιο αυτήν την εντολή. Βέβαια το Ευαγγέλιο δεν λέει ψέματα και δεν δίνει προτροπές, που δεν είναι πραγματοποιήσιμες. Είναι βλασφημία να λέμε, ότι ο Χριστός είπε πράγματα, που δεν είναι κατορθωτά. Βέβαια δεν είναι κατορθωτά, αν ο άνθρωπος τα εφαρμόσει με τις δικές του δυνάμεις, αλλά γίνονται κατορθωτά με τη βοήθεια του Χριστού. Εξάλλου μας είπε ο Χριστός:
''Χωρίς εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν'' δηλ. χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα.
 Και έλεγα στο Θεό: Θεέ μου, δεν μπορώ να εφαρμόσω αυτήν την εντολή και ξέρετε τι απάντηση με έδωσε ο Θεός; Εσύ θέλεις; Αυτό με ρώτησε ο Θεός, και η απάντησή Του, ομολογώ, ότι με κόλλησε στον τοίχο.
Διότι το θέμα, δεν ήταν μόνο ότι δεν μπορούσα, αλλά και το ότι δεν ήθελα να αγαπήσω. Αισθανόμουν μίσος, αυτό ήταν το μυστικό. Και ο Χριστός δεν μας ρωτάει αν μπορούμε, αλλά αν θέλουμε.
Άρα η ευθύνη μας έγκειται, στο ότι δεν θέλουμε να αγαπήσουμε τους εχθρούς μας και όχι ότι δεν μπορούμε να τους αγαπήσουμε. Το να μπορέσουμε ο Θεός θα μας βοηθήσει, το να θέλουμε, εμείς θα συμβάλλουμε. Και όταν εμείς θελήσουμε, ο Χριστός θα μας δώσει τρόπο τινά τέτοια φώτιση, που θα βλέπουμε τον άνθρωπο, που μας έκανε κακό, και αντί να τον μισούμε, θα τον λυπούμαστε και θα αισθανόμαστε οίκτο γι’ αυτόν. Θα μας φορέσει ο Χριστός ειδικά γυαλιά δικά του, από το «κατάστημά» Του και θα μπορέσουμε έτσι να έχουμε σπλάχνα οικτιρμών για τους εχθρούς μας.
* Κάποτε ρώτησα κάποιον που γνώριζα εξ όψεως, πώς κατόρθωσε να βρεθεί σε ένα πολύ σπάνιο κοσμοπολίτικο γεγονός. Α, ήταν εύκολο, ήταν πολύ εύκολο, μου απάντησε εκείνος. Και μου βγάζει μία μασονική διαπίστευση, μου τη δείχνει και μου λέει: Αυτός είναι ο τρόπος. Με αυτήν, είναι ανοιχτές όλες οι πόρτες.
Πλην του ουρανού, συμπλήρωσα εγώ. Και εκεί θα τα καταφέρομε, είπε διαφωνώντας μαζί μου. Σε λίγες μέρες αυτοκτόνησε στο Κολωνάκι! Έπεσε από τον 3ο όροφο κάτω, από του κοριτσιού του το διαμέρισμα. Και εκεί θα τα καταφέρουμε…, ήταν η απάντησή του, έτσι πίστευε. Έτσι ξεγελά ο διάβολο πολλούς και τους κάνει να νομίζουν, ότι θα σωθούν με τον τρόπο τους. Τον συγκεκριμένο μάλιστα άνθρωπο, μέχρι και στην αυτοκτονία τον έσυρε.

* Έχω έναν φίλο, που είναι πολιτικός μηχανικός. Πολύ ευκατάστατος άνθρωπος μόνο από τα ενοίκια το 1960, εισέπραττε 300.000 δραχμές. Βέβαια έκανε και αγαθοεργίες, αφού για παράδειγμα δώρισε ένα ολόκληρο συγκρότημα με διαμερίσματα στην Εκκλησία, για να στεγάζονται εκεί οι φυματικοί που γινόντουσαν καλά από τα σανατόρια, επειδή δεν τους δέχονταν οι συγγενείς τους στα σπίτια τους.
Αυτόν λοιπόν τον φίλο μου, τον συνάντησα μία μέρα, πρώτη Κυριακή των νηστειών, στην Εκκλησία. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας μου λέει: Πάμε από το σπίτι μου, να πιούμε έναν καφέ. Δέχτηκα και πήγα. Μόλις μπήκα μέσα, λέει αυτός στην γυναίκα του:
Νίτσα, ξέρεις ε; Κατάλαβα εγώ, ότι κάποια πονηριά ετοιμάζει, ότι θα φέρει κάτι να φάμε για πρωινό. Του λέω, δεν ξέρω τι ξέρει η Νίτσα, θα σου πω τι ξέρω εγώ… Δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω την φράση μου και μου λέει: Εσύ θα καθίσεις στην άκρη, μην μιλάς. Βλέπω σε λίγο, να έρχονται 2 σαγανάκια, με συκωτάκια, ωραία όμορφα κομμένα κι αβγουλάκια και εγώ δεν ξέρω τι άλλο έφερε η Νίτσα. Το πιάτο μου το έσπρωξα προς τα μέσα και πήρα μόνο τον καφέ.
Μου λέει, θα τα χαλάσουμε αν δεν φας! Καλύτερα να τα χαλάσω μαζί σου, παρά να τα χαλάσω με το Θεό.
Αλλά αυτός επέμενε λέγοντάς μου: Μα, άλλα είναι τα χοντρά, θα φάμε, δεν θα κάνουμε τίποτα κακό! Και το κακό με αυτόν ήταν, ότι θρήσκευε ο φίλος μου αυτός και έκανε και ελεημοσύνες, όπως σας είπα προηγουμένως. Όμως το θέμα δεν είναι τι κάνεις για τους άλλους, αλλά τι κάνεις πρώτα εσύ για τον εαυτόν σου. Μπροστά λοιπόν σε αυτές τις πιέσεις του, του φίλου, του λέω:
 Ένα έχω μόνο να σου πω: Πρόσεξε, Μανώλη μου, μήπως σε έρθει καμμία αρρώστια και είναι αλληλοσυγκρουόμενη. Σου έρθει, για παράδειγμα, να έχεις λέυκωμα και πρέπει να τρως μόνο κολοκύθια και να έχεις και ένα σάκχαρο και θα πρέπει να τρως μόνο κρέας. Άντε μετά αυτά να τα συμβιβάσεις! Δεν συμβιβάζονται και αναγκαστείς να τα βλέπεις τα φαγητά από μακριά. και έρχονται τα πράγματα έτσι, αγαπητοί μου, ώστε σε λίγες μέρες παθαίνει σάκχαρο ο φίλος μου και άλλες 6-7 αρρώστιες και άμα τον δείτε σήμερα, είναι σαν μακαρόνι και λιώνει και θυμάται, αυτά που του έλεγα κάποτε…

* Πήγα το Μέγα Σάββατο να ψωνίσω κρέας, όπως ήταν φυσικό για το Πάσχα. Επάνω στον πάγκο, είχε ο κρεοπώλης ταραμά, χαλβά και ψωμί. Και έτρωγε, λόγω της ημέρας, από εκείνα και έκανε την δουλειά του. Και μου πούλησε γελάδα για μοσχάρι. Ταυτόχρονα έτρωγε χαλβά. Εμένα τότε με πήρε μια διαφορά 55 δραχμές (το έτος 1960). Τι να σε κάνω άνθρωπε, να τρως χαλβά και ταραμά και με τρως εμένα ολόκληρο, ζωντανό; Εκεί τρως νηστίσιμο και εδώ τρως αρτύσιμο!

* Είχα έναν θείο, ο οποίος έχει πεθάνει τώρα, που ήταν μεγάλος άθεος. Αυτός με έλεγε:
Γιατί δεν κατέβηκε ο Χριστός από τον σταυρό; Άμα ήταν Θεός, θα μπορούσε να κατέβει και να ξεφύγει. Τον πιάσανε τον κατεργάρη και τον σταυρώσανε οι Εβραίοι! Δεν μπορούσε να ξεφύγει;
Εγώ τότε του λέω: Τότε, πώς ξέφυγε ο Χριστός, όταν κάποτε θέλησαν να Τον ρίξουν στον γκρεμό; Ξέφυγε ανάμεσά τους. Πώς έγινε αυτό;
Πού το αναφέρει αυτό, με ρώτησε.
Άνοιξα το Ευαγγέλιο και του το έδειξα (Λουκάς κεφάλαιο 4, στίχοι 29-30). Είναι πολλών γνώμη αυτή, ότι ο Χριστός δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, τον πιάσανε οι Εβραίοι και τον Σταύρωσαν. Όχι δεν είναι έτσι. Ο Χριστός από αγάπη προς τον άνθρωπο, οδηγήθηκε προς το εκούσιο πάθος, θεληματικά Σταυρώθηκε. Και να Του χρωστάμε υποχρέωση και ευγνωμοσύνη. Αυτό να το βάλουν καλά στο μυαλό τους!

* Ο αδερφός μου, με είπε τρελό όταν πέθανε η μάνα μας. Μπροστά στο λείψανο της μάνας μας και μπροστά σε όλον τον κόσμο με είπε τρελό, γιατί δεν μπορούσε να ερμηνεύσει, πώς εγώ δεν έκλαιγα, πώς εγώ δεν μαυροφορέθηκα, πώς εγώ δεν μαλλιοτραβιόμουνα, όπως έκανε αυτός και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν μου λες, εμείς όλοι εδώ μέσα είμαστε τρελοί και εσύ είσαι ο λογικός; Τέτοια επίθεση με έκανε ο αδερφός μου, αλλά επειδή ήξερα ότι υποκινείται από άλλον, απλά τον είπα:
Δεν ξέρω, εγώ δεν σας βλέπω για τρελούς και έτσι δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα. Μα εγώ πίστευα, ότι η μάνα μου ησύχασε και άμα πάω και εγώ εκεί που πήγε, θα την βρω και θα ζούμε αιώνια μαζί.
Ο αδερφός όμως, ο στρατηγός, δεν πίστευε στην άλλη ζωή, ήταν άπιστος, δεν πίστευε στην Ανάσταση των νεκρών και γι’ αυτό αντέδρασε έτσι. Βέβαια μετά από 7 χρόνια, χώνεψε ο αδερφός μου την όλη συμπεριφορά μου και με κατάλαβε. Εμένα η μάνα μου ήταν για 14 χρόνια σε καρότσι και με αυτό τη μεταφέραμε από Εκκλησία σε Εκκλησία, μιας γυναίκας που είχε προβλέψει το θάνατό της. Ξέρω ότι η μάνα μου σώθηκε και πήγε στον παράδεισο.

* Έχω έναν αδερφό, ο οποίος στην πίστη του κλονιζόταν. Άκουγε την υπόθεση περί του μύρου της Παναγίας της Μαλεβής και αμφισβητούσε με τη λογική του, ότι από την εικόνα της Παναγίας, έρεε μύρο.
Κάποτε όμως, κόπηκε λίγο ο εγωισμός του και ήθελε να έρθει μαζί μας στη μονή της Μαλεβής. Πήγαμε στο μοναστήρι και μετά την παράκληση, καθίσαμε για να φάμε. Ο αδερφός μου δεν κάθισε να φάει, αλλά πήγε στο ναό και κοίταζε την εικόνα, για να δει, πώς έχουν τα πράγματα. Και καθώς την παρακολουθούσε, βλέπει ξαφνικά να ρέει μύρο η εικόνα της Παναγίας!
 Συγκλονίστηκε ο αδερφός μου και τρέχει στην τραπεζαρία να μας βρει. Έρχεται στην γυναίκα μου και την σηκώνει από το τραπέζι και της λέει: Έλα, Κική να δεις, ρέει από την εικόνα μύρο! Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια! Του λέει τότε η γυναίκα μου: Αμφέβαλλες γι’ αυτό το θαύμα και εξανίστασαι με αυτόν τον τρόπο; Και τότε παραδέχθηκε ο αδερφός μου, ότι είχε τις αμφιβολίες του, γι’ αυτό το θέμα. Τώρα αυτό που είδε ο αδερφός μου, άντε να του το βγάλεις από το κεφάλι του. Απέκτησε γνώση επί του θέματος. Όμως ο Χριστός δεν την αρνείται τη γνώση, αλλά δεν την αμοίβει κιόλας και θέλει ο άνθρωπος να πιστέψει χωρίς να δει. Την πίστη αμοίβει Χριστός, αλλά για να πιστέψει ο άνθρωπος πρέπει να ταπεινωθεί.

* Έχω ένα φίλο που είναι ταξιτζής. Αυτός τις Κυριακές το πρωί δούλευε και δεν πήγαινε στην Εκκλησία. Μια μέρα τον πλησίασα και τον ρώτησα, πόσα βγάζεις την ημέρα και μου είπε, περίπου 1700 δραχμές. Τότε του πρότεινα, την ερχόμενη Κυριακή το πρωί, να πήγαινε στην Εκκλησία και μετά να πήγαινε στην δουλειά και όσα λιγότερα θα έβγαζε από τις 1700 δραχμές, την διαφορά θα του την έδινα εγώ. Ο φίλος μου το σκέφτηκε και τελικά δέχτηκε την πρότασή μου.
Πήγε την Κυριακή στην Εκκλησία και μετά μέχρι το βράδυ δούλεψε το ταξί. Το βράδυ με πήρε τηλέφωνο και μου λέει:
Δημήτριε, έγινε κάτι φοβερό! Είχα φουλ δουλειά και δεν προλάβαινα τους πελάτες! Έβγαλα 2000 δραχμές! Από τότε ο φίλος μου, κάθε πρωί πηγαίνει στην Εκκλησία. Οι άνθρωποι που δουλεύουν τις Κυριακές και δεν πάνε στην Εκκλησία, τα λεφτά που βγάζουν δεν είναι ευλογημένα και κάποια μέρα θα τα χάσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Γιατί όποιος συλλέγει χρήματα μακριά από το Θεό, τα διασκορπίζει. Γι’ αυτό και βλέπουμε πολλές οικογένειες που εργάζονται από το πρωί έως το βράδυ, αλλά να μην μπορούν να βάλουν μερικά χρήματα στην άκρη. Φωτιά είναι τα λεφτά της Κυριακής, έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

* Με πλησίασε κάποτε ένας κύριος και μου λέει:
Εντάξει κύριε Παναγόπουλε, εγώ δεν ενδιαφέρομαι για το Χριστό, το παραδέχομαι. Ναι όμως, ο Χριστός ήρθε για όλους τους ανθρώπους και γιατί δεν έρχεται και σε μένα για να με βρει και να με σώσει; Να έρθει και για μένα, το απωλολό πρόβατο να με σώσει. Εξάλλου δεν είμαι και εγώ το παιδί του;
Κάτι τέτοια με έλεγε ο άνθρωπος αυτός και όταν τελείωσε του είπα:
 Ο Χριστός δεν έρχεται να σε βρει, γιατί δεν βελάζεις! Όπως όταν χαθεί ένα πρόβατο το οποίο δεν βελάζει, δεν μπορεί ο βοσκός να το βρει, έτσι και εσύ δεν βελάζεις, δεν ζητάς το Θεό και δεν μπορεί ο Χριστός να σε βρει. Εδώ ο εκ γενετής τυφλός φώναζε δυνατά το όνομα του Χριστού και μάλιστα έβγαλε και τα ρούχα του, για να φτάσει πιο γρήγορα στο Χριστό! Δεν πήγε ο Χριστός στον τυφλό, πήγε ο τυφλός στον Χριστό και εμείς έχουμε την απαίτηση, να έρθει ο Χριστός σε εμάς!
Αυτά του είπα και δεν ξέρω αν μπόρεσα να τον κατατοπίσω. Εάν δεν ζητήσουμε από αυτόν τον κόσμο να συναντήσουμε το Χριστό, για να μας βοηθήσει, δεν πρόκειται ούτε και στην άλλη ζωή να Τον συναντήσουμε. Ο Θεός δεν αφήνει κανέναν άνθρωπο αβοήθητο, που επικαλείται την βοήθειά Του. Ο Θεός άφησε ελεύθερο τον άνθρωπο να κάνει τις επιλογές στη ζωή του, και αν περιμένει ο Θεός να τον βοηθήσει, χωρίς ο ίδιος να Του ζητήσει βοήθεια, το μόνο σίγουρο είναι, ότι θα υποστεί τα επώδυνα αποτελέσματα της κολάσεως.....


Εις αγαθή ανάμνηση
Εμπειρικές αλήθειες από την κηρυκτική διακονία του πιστού εργάτου Κυρίου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
(1916-1982)
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.